Που ζει η (τσάντα) μαϊμού;

Που ζει η (τσάντα) μαϊμού;

«Πάρε κυρία, πάρε φτηνό» φώναζε ο μελαμψός άντρας στους περαστικούς, διαφημίζοντας στον πιο εμπορικό δρόμο της πόλης με αυτό τον πανάρχαιο τρόπο τα εμπορεύματα του.

Το δικό του «μαγαζί» δεν έχει γυαλισμένες βιτρίνες, λιγνές πωλήτριες που στέκονται ορθοστασία όλη μέρα για να εξυπηρετήσουν τον πελάτη, αντικλεπτικά συστήματα και κρυφές κάμερες στις γωνίες.

Το δικό του «μαγαζί» είναι το πεζοδρόμιο, πουλώντας από έναν χαλασμένο πάγκο σχεδόν τα πάντα. Από τσάντες, ζώνες, πορτοφόλια, φουλάρια, ρολόγια, μπιζού, ομπρέλες καi ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Δεν κόβει απόδειξη, δεν πληρώνει φόρους στο κράτος και στον Δήμο, δεν απασχολεί προσωπικό , δεν πληρώνει εργοδοτικές και ασφαλιστικές εισφορές.

Βρίσκεται στα καλλίτερα πόστα και πουλάει. Χωρίς ενοίκιο, χωρίς έλεγχο, χωρίς ωράριo χωρίς το παραμικρό έξοδο.

Για τους εμπόρους αυτό είναι αθέμιτος ανταγωνισμός. Για το κράτος είναι διαρροή εσόδων. Πως θα βρεθούν μετά τα κονδύλια για υγεία, παιδεία, άμυνα, συντάξεις;

Οι μόνοι που χαίρονται είναι οι καταναλωτές. Επώνυμες μάρκες που δηλώνουν στάτους για τον κάτοχο, αποκτούνται από το υπάιθριο σταντ στην τιμή που θα έπιναν όλο κι όλο δύο καφέδες.

Αγοράζοντας μια τσάντα μαϊμού, ουσιαστικά όμως: κάποιος δεν πληρώνει   ενοίκια και φόρους. Δεν έχει γραφτεί στο επιμελητήριο και δεν έκανε έναρξη.

Δεν έχει πάρει ταμειακή μηχανή και δεν θεωρεί βιβλία.  

Μήπως και το σινιέ εμπορικό κατάστημα, δεν μπορεί να πουλάει το ίδιο φτηνά αν δεν κόψει απόδειξη (-24%), δεν πληρώσει φόρους , δημοτικά τέλη, Δ.Ε.Η., Ι.Κ.Α., Ο.Α.Ε.Ε. ενοίκιο;

Βέβαια στην εποχή σαν και αυτή της ραγδαίας οικονομικής κρίσης, τον καταναλωτή δεν τον ενδιαφέρουν όλα αυτά. Η φινετσάτη – πλην – μισθοσυντήρητη κυρία επιτέλους έχει αποκτήσει την λατρεμένη τσάντα των ονείρων της που διαφορετικά θα χρειάζονταν ολόκληρο μηνιάτικο.

Ποιος την πιάνει τώρα! Που θα μπαίνει στο γραφείο με άλλον αέρα, και οι συνάδελφοι της θα σκέφτονται: «Μα επιτέλους, που βρήκε τόσα λεφτά;» κοιτάζοντας το παλιό τους σακάκι. Αυτή θα φουσκώνει σαν το παγώνι με περισσή αλαζονεία, και θα κλείνει πίσω της την πόρτα ρίχνοντας ένα απαξιωτικό βλέμμα στις άλλες συναδέλφους.

Το ότι η τσάντα είναι μαϊμού το γνωρίζει μόνο αυτή, και ο σκουρόχρωμος που της την πούλησε ένα βράδυ στο δρόμο. Είναι τόσο καλό αντίγραφο, που ακόμη και ένας ειδικός θα δυσκολευόταν να αποφανθεί για τη γνησιότητα. Η τσάντα μαϊμού δεν ζει στην Κένυα ή στην ζούγκλα του αμαζονείου. Αλλά στη δική μας καθημερινή ζούγκλα των πόλεων…

 



Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.