Η επιλογή μέσα σου

Η επιλογή μέσα σου

Το πρώτο μου χαστούκι από την ευθανασία, ήρθε ένα Σάββατο απόγευμα του 2005 σ ένα θερινό σινεμά, βλέποντας την Ισπανική ταινία «Η θάλασσα μέσα μου».

Το είδα το χαστούκι. Βγήκε μέσα από την οθόνη του σινεμά και ήρθε και με σμπαράλιασε.

Όχι ότι άλλαξε πολύ την κοσμοθεωρία μου αφού είχα μεγαλώσει σ ένα περιβάλλον όπου την ίδια χρονιά η μητέρα μου έσβηνε κεράκια μετά από τη δεκαετή μάχη της με τη λευχαιμία. Απλά με πήγε ένα βήμα παραπάνω. Με πήγε εκεί που έπρεπε να με πάει.

Δεν το συζήτησα με κανέναν, γιατί δεν αφορούσε και κανέναν, αλλά σιγουρεύτηκα μέσα μου ότι αν μου συνέβαινε κάτι τόσο αναπάντεχα οδυνηρό και μη αναστρέψιμο, κάτι που θα διέλυε τους ανθρώπους γύρω μου αλλά περισσότερο εμένα την ίδια, θα είχα εναλλακτική στις αποφάσεις μου.

Μετά τα δέκα χρόνια πολέμου με τη λευχαιμία, η κατάστασή της χειροτέρεψε. Μήνα το μήνα. Μέρα τη μέρα. Μια γυναίκα ύψους 175 και 80 κιλών, κατέβηκε πέντε-έξι πόντους και γύρω στα 30 κιλά. Σταδιακά, κάθε λεπτό που περνούσε της έτρωγε κι από κάτι δικό της.

Έβλεπα μπροστά μου έναν άνθρωπο πολύ δυνατό, που δεν είχε ούτε μια στιγμή αφεθεί, δεν είχε μιζεριάσει, παραπονεθεί, καταπέσει, οπισθοχωρήσει. Σιγά σιγά το ένιωθε όμως, ότι όλο αυτό έκανε την καμπύλη του και άρχισε να πέφτει.

Τα περιφερειακά προβλήματα υγείας άρχισαν να αυξάνονται. Η χρόνια χρήση φαρμάκων χημειοθεραπείας, οι αμέτρητες εξετάσεις μαζί με την ηλικία, την κούραση, το κουράγιο, όλα ένας αχταρμάς από αυτούς που δεν μπορείς να διαχειριστείς αν δεν έχεις επίγνωση του εαυτού σου, άρχισαν τελικά να τη διαλύουν.

Τα φάρμακα πολλαπλασιάστηκαν, οι εξετάσεις το ίδιο. Το αίμα τρελαινόταν και την έριχνε στο κρεβάτι για μέρες, ανήμπορη να σταθεί, να πλυθεί, να μιλήσει κάποιες φορές.

Και πάλι απ την αρχή, έβρισκε το κουράγιο να σταθεί στα πόδια της.

Ξέρω ότι της δίναμε δύναμη. Ξέρω ότι το έκανε για εμάς. Είμαι σίγουρη ότι 8 στις 10 φορές δεν ήθελε να σηκωθεί. Δεν μπορούσε να σηκωθεί. Δεν άντεχε να σηκωθεί.

Μίλαγε με τη στάση της και τη σιωπή της και ακούγαμε. Εκείνη έλεγε και εμείς...

Το 2008 και μετά από μια επίσκεψη στο γιατρό της, γύρισε σπίτι πολύ σοβαρή. Τίποτα δεν μας άρεσε σ αυτή τη σοβαρότητα, αλλά είχαμε μάθει να τη σεβόμαστε. Αυτή μας είχε μάθει.

Η πρόταση του γιατρού ήταν μετάφραση αυτού που λέμε «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα».

Στην πρώτη περίπτωση θα γινόταν παρακέντηση μυελού εφόσον βρισκόταν συμβατός δότης που αυτό θα περιείχε 6 μήνες χημειοθεραπείας (δεν θα μπορούσε να ξαναδεί τα εγγόνια της τα οποία ήταν μωρά), επέμβαση και αναμονή αποδοχής του μυελού από τον οργανισμού.

Στην περίπτωση που δεν γινόταν δεκτό το μόσχευμα και επειδή το σώμα καταλαβαίνει ότι υπάρχει ξενιστής αλλά δεν γνωρίζει που είναι, αρχίζει και πολεμάει τον ξενιστή καταστρέφοντας τα όργανα. Κοινώς, εύχεσαι να είχες πεθάνει.

Πιθανότητες επιτυχίας για την επέμβαση: 15%, προσδόκιμο ζωής σε περίπτωση επιτυχίας 10 χρόνια. Στην δεύτερη περίπτωση δεν θα έκανε τίποτα απολύτως, ποσοστά δεν υπήρχαν και το προσδόκιμο ζωής θα ήταν από 6 μήνες έως 18 μήνες.

Δεν μας το είπε για να μας ρωτήσει. Μας το είπε για να μας ενημερώσει για την απόφασή της να μην κάνει την επέμβαση, να χαρεί λίγο περισσότερο τα εγγόνια της, να μην μας ταλαιπωρήσει σε επίπεδα που δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και να μην διαλυθεί η ίδια.

Στην ουσία επέλεξε το θάνατό της.

Δεν είπε κανείς τίποτα. Ούτε καν ο πατέρας μου που λόγω νοοτροπίας αν θέλετε, λόγω ζωής, βιωμάτων κλπ, θα είχε κάθε δικαιολογία να την μεταπείσει.

Η ζωή της συνεχίστηκε σχεδόν για δύο χρόνια. Ο τελευταίος χρόνος ήταν πάρα πολύ δύσκολος –τώρα πια το γνωρίζω καλά- αλλά ήταν εκείνη που δεν μας άφησε να το δούμε και να το βιώσουμε.

Στο τελευταίο χειρουργείο, σε μια απλή διαδικασία αφαίρεσης χολής τσακισμένης από τα φάρμακα, έκανε δύο μήνες να συνέλθει.

Ξέρω ότι μέχρι την τελική ετυμηγορία του γιατρού προσευχόταν να τα καταφέρει. Ξέρω ότι μετά από αυτήν, προσευχόταν να πεθάνει.

Σχεδόν μας παρακάλαγε κάποιες στιγμές να μην την πάμε στο νοσοκομείο και να την αφήσουμε να πεθάνει στο κρεβάτι της. Μας παρακάλαγε γιατί εκείνη δεν μπορούσε πια να πάρει μέρος στην απόφαση.

Η μάνα μου έφυγε τελικά από την καρδιά της που τσακίστηκε κι αυτή, ένα απόγευμα μιας πρωτομηνιάς, λίγο πριν ακολουθήσει η μεγάλη κατρακύλα.

Δεν ξέρω αν μπορεί ένας άνθρωπος να φέρει το θάνατό του, ξέρω ότι εκείνη τον έφερε.

Θερμή παράκληση λοιπόν, σε όλους εσάς που γίνατε σε μια νύχτα δικαστές ανθρώπων, να τους αφήσετε ήσυχους να επιλέξουν το θάνατό τους.

Αφήστε τις θρησκείες, τα πανηγύρια, τα κλάματα και τους οδυρμούς και σταθείτε κάποια στιγμή –έστω και αυτή- στο ύψος της πιο δύσκολης περίστασης της ζωής μας.

Κανένας δεν σας επέβαλλε τον τρόπο που θα ζήσετε ή θα πεθάνετε και δεν έχετε κανένα δικαίωμα να το κάνετε και εσείς. Διαλέξτε αυτό που θέλετε και τραβήξτε το δρόμο σας.

Τους ανθρώπους όμως που βλέπουν το τέλος κοντά και θέλουν να φύγουν με όση αξιοπρέπεια τους έχει απομείνει, να τους αφήσετε απ΄το στόμα σας.

Οι άνθρωποι στην τελική, ποτέ δεν κρίνονται από τον τρόπο που επέλεξαν να πεθάνουν, μόνο από τον τρόπο που επέλεξαν να ζήσουν.

 

Facebook: Dimitra Kafromani



Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.