Τα Ένστικτα και ο Ρόλος τους στην Ψυχολογία των Μαζών – Το Φαινόμενο Τράμπ

Ανεξαρτήτως πολιτικής και πολιτικών πεποιθήσεων, είναι βέβαιο πως η τελευταία επιλογή του εκλογικού σώματος στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αποτελεί από ψυχολογική μεριά ένα αρκετά ενδιαφέρον ζήτημα. Δεν αναφέρομαι φυσικά στην όποια κατάσταση της ψυχικής υγείας του νεοεκλεγέντα προέδρου, αλλά τι αποκαλύπτει αυτή η επιλογή σε σχέση με την ενδοψυχική δυναμική των ψηφοφόρων.

Θα αναρωτιέστε σε αυτό το σημείο, τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με τον πρόεδρο των ηνωμένων πολιτειών και με τους ψηφοφόρους του και θα έχετε δίκαιο. Αρκεί να προσθέσουμε ακόμα ένα, τελευταίο, κομμάτι στο πάζλ που προσπαθούμε να συμπληρώσουμε και η εικόνα θα φανεί ξεκάθαρα. Αναφέρομαι στο κομμάτι της ψυχολογίας των μαζών.

Ο Φρόυντ (1921) δεν ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να μελετήσει τις μάζες και την ψυχολογία τους. Ήδη από το 1895 ο Γκουστάβ Λε Μπον περιέγραφε πως οι άνθρωποι συμπεριφέρονται διαφορετικά ως μονάδες και διαφορετικά ως μέλη μιας ομάδας. Συγκεκριμένα, παρατήρησε ότι η ατομική προσωπικότητα ξεθωριάζει και αντικαθίσταται σταδιακά από μία συλλογική ασυνείδητη ταυτότητα. Οι άνθρωποι αποκτούν μία αίσθηση παντοδυναμίας την οποία αντλούν από την συμμετοχή τους σε μία ομάδα και η οποία γίνεται αιτία να χαθεί οποιαδήποτε έννοια ατομικής ευθύνης και ηθικής συνείδησης. Κύριο χαρακτηριστικό όμως της συμμετοχής σε μία ομάδα, σύμφωνα με τον Λε Μπον, είναι η παλινδρόμηση, η επιστροφή, σε τρόπο συμπεριφοράς που θυμίζει νήπιο ή πρωτόγονο άνθρωπο και, όπως είδαμε παραπάνω, αυτός είναι ο φαινότυπος της ενστικτώδους και παρορμητικής συμπεριφοράς.

Η συνδρομή της ψυχανάλυσης σε αυτό το ζήτημα έγκειται στην μελέτη των ομάδων μέσω του πρίσματος της διαδικασίας της «ταύτισης». Χρήσιμα παραδείγματα που θα μας βοηθήσουν περαιτέρω στην κατανόηση της ψυχολογίας των ομάδων αποτελούν ο στρατός και η εκκλησία. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις η ομάδα έχει έναν ηγέτη με τον οποίο τα μέλη της ταυτίζονται. Αυτή η ταύτιση είναι η πηγή τόσο της αγάπης προς τον ηγέτη της ομάδας (ο προφήτης της θρησκείας ή ο αξιωματικός αντίστοιχα) όσο και της αλληλεγγύης του ενός μέλους προς το άλλο. Τα μέλη ταυτίζονται με το ιδεώδες που αντιπροσωπεύεται από τον ηγέτη και αυτό το ιδεώδες αντικαθιστά εν τέλει το ίδιο τους το Εγω. Το αποτέλεσμα είναι αφενός ο συναισθηματικός δεσμός με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, αφετέρου η μείωση της όποιας ατομικότητας. Ας επανέλθουμε λοιπόν και ας καταλήξουμε στο αρχικό μας ζήτημα.    

Από την μία μεριά έχουμε μία κοινωνία που έχει βασίσει την ανάπτυξη της στην καταπίεση των ενστίκτων. Αντίστοιχα έχουμε ηγέτες που ενσαρκώνουν το πρότυπο της εγκράτειας. Εκείνοι που έχουν επιτυχώς καταστείλει τη ενστικτώδη και ζωώδη πλευρά τους ταυτίζονται με το ιδεώδες που προσφέρεται, τους ακολουθούν και τους υποστηρίζουν. Από την άλλη μεριά όμως έχουμε ένα μέρος της κοινωνίας που δεν έχει καταφέρει να καταστείλει τα πρωτόγονα και ζωώδη ανθρώπινα ένστικτα. Υπάρχουν μέλη της κοινωνίας που εμφανίζουν αντικοινωνική συμπεριφορά, που πιστεύουν στην βίαιη εφαρμογή οποιασδήποτε άποψης και που θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουν τις απολαύσεις ως κινητήρια δύναμη τους. Αντίστοιχα έχουμε έναν ηγέτη που εκφράζει αυτήν ακριβώς την πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκφράζει και ενσωματώνει τα αρχέγονα βασικά μας ένστικτα της ανεξέλεγκτης ερωτικής απόλαυσης και καταστροφικότητας χωρίς τους περιορισμούς που επιβάλλονται συνήθως.

Είναι απολύτως φυσικό λοιπόν κάτι τέτοιο να αποτελέσει θέλγητρο σε κάποια μερίδα του πληθυσμού. Μία τέτοια συμπεριφορά έχει τις ίδιες πιθανότητες, αν όχι και περισσότερες, με μια «πολιτισμένη» να βρει κοινό που θα ταυτιστεί και θα ακολουθήσει τον ηγέτη που θα την προσφέρει. Δεν είναι καθόλου παράξενο, ούτε απίθανο.

Σε μια κοινωνία που βασίζεται στον έλεγχο των ορμών και των ενστίκτων, είναι φυσικό πως όταν ένας ηγέτης προσφέρει ως αποδεχτό αυτό που μέρος της κοινωνίας και το σύστημα θεωρούν κατακριτέο, τότε στην ουσία κάνει κάτι που ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη φύση και πραγματικότητα τόσο όσο ανταποκρίνεται και η προσφορά αυτοελέγχου, αυτοσυγκράτησης και εγκράτειας. Όσο η ανθρώπινη φύση αποτελείται από έναν συνδυασμό ενστίκτων και λογικής, η απήχηση ενός τέτοιου ηγέτη είναι όχι μόνο λογική, αλλά και αναπόφευκτη.

***

Απόστολος Φούρναρης

BSc, MA, MBPsS Trainee Psychoanalytic Psychotherapist

-->

Τουλάχιστον για όσον αφορά στον λεγόμενο «Δυτικό Πολιτισμό» έχουμε γίνει μάρτυρες συμπεριφορών που, αν μη τι άλλο, δεν είχαμε συνηθίσει από παλαιότερους προέδρους και που σίγουρα διχάζουν το κοινό του και την κοινή γνώμη. Ρητορική που έχει χαρακτηριστικά ρατσισμού, μίσους και σωβινισμού. Λόγος απλοποιημένος και λεξιλόγιο όχι απλά απλοποιημένο, αλλά δυαδικό (άσπρο/μαύρο) όσον αφορά στην αξία των εννοιών που περιγράφει. Καταγγελίες «παρενοχλητικής» συμπεριφοράς, αλλά και αντιδραστική στάση που θυμίζει περισσότερο νήπιο σε παράφορα οργή(«το δικό μου οπλοστάσιο είναι πιο μεγάλο από το δικό σας») παρά ενήλικα με κριτική ικανότητα ελέγχου των παρορμήσεων. Κατανοώ απόλυτα τους επικριτές μιας τέτοιας συμπεριφοράς, αλλά και μιας τέτοιας προσωπικότητας ως αρχηγό ενός από τα στρατιωτικά ισχυρότερα κράτη της υφηλίου. Πιστεύω όμως παράλληλα πως χρειάζεται να κατανοήσουμε και τους υποστηρικτές της.

Δεν αναζητώ ούτε το σωστό , ούτε το λάθος, αλλά τον κοινό παρονομαστή μεταξύ της μάζας και του ηγέτη. Ελπίζω δε ότι μέχρι το τέλος του άρθρου θα γίνει εμφανές πως: είτε μιλάμε για έναν ηγέτη που υποστηρίζει πως η λύση στο πρόβλημα των επιθέσεων με όπλα στα σχολεία είναι να δώσουμε κι άλλα όπλα στους δασκάλους (και τους υποστηρικτές του), είτε μιλάμε για έναν ηγέτη που έστω και φαινομενικά υποστηρίζει την νηφαλιότητα και την λογική σκέψη (και τους υποστηρικτές του), από ψυχολογικής άποψης έχουμε να κάνουμε με το ίδιο ακριβώς φαινόμενο!

Ποιο είναι λοιπόν το κοινό χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω παραδειγμάτων, αλλά κυρίως, τι είναι αυτό που οδηγεί κάποιον στο να ψηφίσει για αρχηγό του έναν άνθρωπο που φέρεται κατά αυτόν τον τρόπο;

Από ψυχαναλυτικής οπτικής γωνίας όλες οι παραπάνω συμπεριφορές, κατακριτέες ή μη, έχουν έναν κοινό παρονομαστή, την παρορμητικότητα. Με τον όρο αυτόν εννοούμε την συμπεριφορά από την οποία λείπει ο έλεγχος των ενορμήσεων. Αναφερόμαστε σε συμπεριφορές που ακολουθούν τις επιταγές αυτού που στην ψυχανάλυση ονομάζουμε το Αυτό (Id). Το Αυτό είναι η πηγή των ενστίκτων της Ζωής και του Θανάτου σύμφωνα με την αναθεωρημένη θεωρία των ενστίκτων του Freud που μας παρουσιάστηκε σε ένα από τα πιο σημαντικά του έργα με την ονομασία Πέρα από την Αρχή της Απόλαυσης, στο μακρινό 1920.

Σε αυτό τα έργο ερχόμαστε για πρώτη φορά αντιμέτωποι με την ιδέα ότι τα ένστικτα δεν έχουν ως αυτοσκοπό την ικανοποίηση μιας απόλαυσης ερωτικής φύσης, αλλά την διατήρηση ή την διάλυση της ίδιας της ύπαρξης μας και η απόλαυση ή ηδονή είναι πλέον το δευτερεύον αποτέλεσμα. Το ένστικτο της Ζωής πηγάζει από την βιολογική ανάγκη για την διατήρηση και την διαιώνιση του ανθρώπινου είδους. Το ένστικτο του Θανάτου έχει σκοπό την επιστροφή των κυττάρων στην αρχική τους κατάσταση, δηλαδή της ανυπαρξίας. Τα ένστικτα της Ζωής και του Θανάτου συνδέονται δηλαδή με την δημιουργία και την καταστροφή αντίστοιχα. Βρίσκονται δε σε συνεχή διαμάχη τόσο με τις οριοθετήσεις του Υπερεγώ, όσο και μεταξύ τους. Ως αποτέλεσμα έχουμε την δημιουργία ψυχικών εντάσεων οι οποίες θα εκφραστούν είτε ως θετικά είτε ως αρνητικά συναισθήματα και συμπεριφορές. Έτσι, από την μια μεριά έχουμε αισθήματα αγάπης και από την άλλη έχουμε αισθήματα μίσους.

Ακριβώς λόγω της βιολογικής προέλευσής τους λοιπόν, τα βασικά αυτά ένστικτα, καθώς και τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές που τα συνοδεύουν, εμφανίζονται αδιακρίτως σε όλους μας. Όλοι μας έχουμε την ικανότητα να αγαπάμε το ίδιο με το να μισούμε. Όλοι μας έχουμε τόσο την δυνατότητα να γίνουμε δημιουργικοί, όσο έχουμε και την δυνατότητα να γίνουμε καταστροφικοί.

Αυτή η αναθεωρημένη θεωρία των ενστίκτων μπορεί να αποτελεί ακόμα και σήμερα πεδίο μάχης, τρόπον τινά, για τους επιστήμονες της ψυχικής υγείας, αλλά πέρα της διαλεκτικής διαμάχης που προκάλεσε, μας έδωσε και μία πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση της έννοιας του πολιτισμού. Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Χέρμπερτ Μαρκούς (1955), «…σύμφωνα με τον Φρόυντ η ιστορία του ανθρώπου είναι η ιστορία της καταστολής του». Στην ψυχανάλυση λοιπόν, προϋπόθεση της πολιτισμικής ανάπτυξης του ανθρώπινου είδους αποτελεί όχι μόνο ο περιορισμός και η οριοθέτηση της κοινωνικής πλευράς της ύπαρξής μας, αλλά κυρίως ο περιορισμός της βιολογικής μας προδιάθεσης. Με άλλα λόγια, για να υπάρξει η λεγόμενη πρόοδος πρέπει να υπάρξει και έλεγχος των βασικών μας ενστίκτων, τόσο των καταστροφικών όσο και των δημιουργικών. Ανεξέλεγκτα ένστικτα θα ήταν απλά καταστροφικά γιατί θα αποζητούσαν απλά την άμεση ικανοποίηση, πράγμα που μία «πολιτισμένη» κοινωνία δεν μπορεί να επιτρέψει εφόσον απαιτεί μακροπρόθεσμους στόχους και δεσμούς έτσι ώστε να επιτευχθεί ή παραγωγικότητα μέσω της εργασίας και η συνοχή μέσω της ειρηνικής συμβίωσης. Θα ήταν ιδανικό να μπορούσαμε να αποτάξουμε τον εξαναγκασμό των ενστίκτων και να απελευθερώναμε τους εαυτούς μας από τις εσωτερικές διαμάχες που αυτός προκαλεί. Όπως όμως είχε γράψει και ο ίδιος ο Φρόυντ (1928) «Φαίνεται μάλλον ότι ο κάθε πολιτισμός πρέπει να βασιστεί στον εξαναγκασμό και την αποκήρυξη των ενστίκτων…».

Θα αναρωτιέστε σε αυτό το σημείο, τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με τον πρόεδρο των ηνωμένων πολιτειών και με τους ψηφοφόρους του και θα έχετε δίκαιο. Αρκεί να προσθέσουμε ακόμα ένα, τελευταίο, κομμάτι στο πάζλ που προσπαθούμε να συμπληρώσουμε και η εικόνα θα φανεί ξεκάθαρα. Αναφέρομαι στο κομμάτι της ψυχολογίας των μαζών.

Ο Φρόυντ (1921) δεν ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να μελετήσει τις μάζες και την ψυχολογία τους. Ήδη από το 1895 ο Γκουστάβ Λε Μπον περιέγραφε πως οι άνθρωποι συμπεριφέρονται διαφορετικά ως μονάδες και διαφορετικά ως μέλη μιας ομάδας. Συγκεκριμένα, παρατήρησε ότι η ατομική προσωπικότητα ξεθωριάζει και αντικαθίσταται σταδιακά από μία συλλογική ασυνείδητη ταυτότητα. Οι άνθρωποι αποκτούν μία αίσθηση παντοδυναμίας την οποία αντλούν από την συμμετοχή τους σε μία ομάδα και η οποία γίνεται αιτία να χαθεί οποιαδήποτε έννοια ατομικής ευθύνης και ηθικής συνείδησης. Κύριο χαρακτηριστικό όμως της συμμετοχής σε μία ομάδα, σύμφωνα με τον Λε Μπον, είναι η παλινδρόμηση, η επιστροφή, σε τρόπο συμπεριφοράς που θυμίζει νήπιο ή πρωτόγονο άνθρωπο και, όπως είδαμε παραπάνω, αυτός είναι ο φαινότυπος της ενστικτώδους και παρορμητικής συμπεριφοράς.

Η συνδρομή της ψυχανάλυσης σε αυτό το ζήτημα έγκειται στην μελέτη των ομάδων μέσω του πρίσματος της διαδικασίας της «ταύτισης». Χρήσιμα παραδείγματα που θα μας βοηθήσουν περαιτέρω στην κατανόηση της ψυχολογίας των ομάδων αποτελούν ο στρατός και η εκκλησία. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις η ομάδα έχει έναν ηγέτη με τον οποίο τα μέλη της ταυτίζονται. Αυτή η ταύτιση είναι η πηγή τόσο της αγάπης προς τον ηγέτη της ομάδας (ο προφήτης της θρησκείας ή ο αξιωματικός αντίστοιχα) όσο και της αλληλεγγύης του ενός μέλους προς το άλλο. Τα μέλη ταυτίζονται με το ιδεώδες που αντιπροσωπεύεται από τον ηγέτη και αυτό το ιδεώδες αντικαθιστά εν τέλει το ίδιο τους το Εγω. Το αποτέλεσμα είναι αφενός ο συναισθηματικός δεσμός με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, αφετέρου η μείωση της όποιας ατομικότητας. Ας επανέλθουμε λοιπόν και ας καταλήξουμε στο αρχικό μας ζήτημα.    

Από την μία μεριά έχουμε μία κοινωνία που έχει βασίσει την ανάπτυξη της στην καταπίεση των ενστίκτων. Αντίστοιχα έχουμε ηγέτες που ενσαρκώνουν το πρότυπο της εγκράτειας. Εκείνοι που έχουν επιτυχώς καταστείλει τη ενστικτώδη και ζωώδη πλευρά τους ταυτίζονται με το ιδεώδες που προσφέρεται, τους ακολουθούν και τους υποστηρίζουν. Από την άλλη μεριά όμως έχουμε ένα μέρος της κοινωνίας που δεν έχει καταφέρει να καταστείλει τα πρωτόγονα και ζωώδη ανθρώπινα ένστικτα. Υπάρχουν μέλη της κοινωνίας που εμφανίζουν αντικοινωνική συμπεριφορά, που πιστεύουν στην βίαιη εφαρμογή οποιασδήποτε άποψης και που θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουν τις απολαύσεις ως κινητήρια δύναμη τους. Αντίστοιχα έχουμε έναν ηγέτη που εκφράζει αυτήν ακριβώς την πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκφράζει και ενσωματώνει τα αρχέγονα βασικά μας ένστικτα της ανεξέλεγκτης ερωτικής απόλαυσης και καταστροφικότητας χωρίς τους περιορισμούς που επιβάλλονται συνήθως.

Είναι απολύτως φυσικό λοιπόν κάτι τέτοιο να αποτελέσει θέλγητρο σε κάποια μερίδα του πληθυσμού. Μία τέτοια συμπεριφορά έχει τις ίδιες πιθανότητες, αν όχι και περισσότερες, με μια «πολιτισμένη» να βρει κοινό που θα ταυτιστεί και θα ακολουθήσει τον ηγέτη που θα την προσφέρει. Δεν είναι καθόλου παράξενο, ούτε απίθανο.

Σε μια κοινωνία που βασίζεται στον έλεγχο των ορμών και των ενστίκτων, είναι φυσικό πως όταν ένας ηγέτης προσφέρει ως αποδεχτό αυτό που μέρος της κοινωνίας και το σύστημα θεωρούν κατακριτέο, τότε στην ουσία κάνει κάτι που ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη φύση και πραγματικότητα τόσο όσο ανταποκρίνεται και η προσφορά αυτοελέγχου, αυτοσυγκράτησης και εγκράτειας. Όσο η ανθρώπινη φύση αποτελείται από έναν συνδυασμό ενστίκτων και λογικής, η απήχηση ενός τέτοιου ηγέτη είναι όχι μόνο λογική, αλλά και αναπόφευκτη.

***

Απόστολος Φούρναρης

BSc, MA, MBPsS Trainee Psychoanalytic Psychotherapist


Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.