Κ. Π. Καβάφης, «Ένας Γέρος»

19.08.2017

Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος· με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες των άθλιων γηρατειών την καταφρόνια σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.

Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει σαν χθες.

Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα· και πως την εμπιστεύονταν πάντα — τι τρέλλα! — την ψεύτρα που έλεγε· «Aύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση χαρά θυσίαζε.

Την άμυαλή του γνώσι κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

....Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται ο γέρος εζαλίσθηκε.

Κι αποκοιμάται στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.

 

Κ. Π. Καβάφης, «Ένας Γέρος» (Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

CoverPhoto: Henri Cartier-Bresson, Nafpaktos, 1953

  • Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

    Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.