Irvin D. Yalom: «Κοιτάξτε μέσα από το παράθυρο του άλλου»

22.07.2019
Irvin D. Yalom: «Κοιτάξτε μέσα από το παράθυρο του άλλου»

Είναι παράξενο πως κάποιες φράσεις ή κάποια γεγονότα εγκαθίστανται στο μυαλό μας και μας προσφέρουν συνεχή καθοδήγηση και ανακούφιση.

Πριν από μερικές δεκαετίες έβλεπα μια ασθενή με καρκίνο του μαστού, που είχε περάσει ολόκληρη την εφηβεία της παγιδευμένη σε μια μακρόχρονη και πικρή πάλη με τον αρνητικό πατέρα της.

Λαχταρώντας κάποια μορφή συμφιλίωσης, μια καινούργια αρχή για τη σχέση τους, περίμενε πως και πώς να την πάει ο πατέρας της με τ” αυτοκίνητο στο κολέγιο – μια ευκαιρία να είναι μαζί του για πολλές ώρες.

Άλλά το ταξίδι που περίμενε από καιρό με ανυπομονησία αποδείχτηκε καταστροφή. Η συμπεριφορά του πατέρα της ήταν απολύτως συνεπής με την αρνητικότητα του.

Σ' όλη τη διαδρομή δεν σταμάτησε να γκρινιάζει για το άθλιο, γεμάτο σκουπίδια ρυάκι που έτρεχε στο πλάι του δρόμου. Εκείνη, απ' την άλλη μεριά, δεν έβλεπε καμιά βρομιά στο πανέμορφο, γραφικό, καθαρό ποταμάκι.

Μη βρίσκοντας τρόπο ν' ανταποκριθεί στη στάση του πατέρα της, κατέληξαν να βυθιστούν κι οι δύο στη σιωπή και πέρασαν το υπόλοιπο της διαδρομής χωρίς να κοιτάζονται.

Αργότερα η κοπέλα έκανε το ίδιο ταξίδι μόνη της και προς μεγάλη της έκπληξη είδε πως τα ρυάκια ήταν δύο – ένα σε κάθε μεριά του δρόμου.

«Αυτή τη φορά οδηγούσα εγώ» είπε λυπημένη, «και το ρυάκι που έβλεπα από το παράθυρο του οδηγού ήταν ακριβώς όπως το είχε περιγράψει ο πατέρας μου, άθλιο και μολυσμένο».

Ώσπου να μάθει όμως να βλέπει τα πράγματα απ' το παράθυρο του πατέρα της, ήταν αργά – ο πατέρας της είχε πεθάνει.

Αυτή η ιστορία μου έχει μείνει από τότε, και σε πολλές περιπτώσεις έχω υπενθυμίσει στον εαυτό μου και στους φοιτητές μου: «Κοιτάξτε μέσα από το παράθυρο του άλλου. Προσπαθήστε να δείτε τον κόσμο όπως τον βλέπει ο ασθενής σας».

Η γυναίκα που μου είπε αυτή την ιστορία πέθανε λίγο αργότερα από καρκίνο του μαστού, και λυπάμαι που δεν μπορώ να της πω πόσο με ωφέλησε η ιστορία της όλ' αυτά τα χρόνια, κι εμένα, και τους φοιτητές μου και πολλούς θεραπευόμενούς μου.

Πριν από πενήντα χρόνια ο Carl Rogers όρισε την «εύστοχη ενσυναίσθηση» ως ένα από τα τρία καίρια χαρακτηριστικά του αποτελεσματικού θεραπευτή (μαζί με τη «θετική άνευ όρων αντιμετώπιση» και την «αυθεντικότητα») και εγκαινίασε τον τομέα της ψυχοθεραπευτικής έρευνας, μέσα από την οποία τελικά συγκεντρώθηκαν σημαντικές αποδείξεις για την αποτελεσματικότητα της ενσυναίσθησης.

Η ψυχοθεραπεία παίρνει μεγάλη ώθηση, αν ο θεραπευτής μπει εύστοχα στον κόσμο του ασθενούς. Οι ασθενείς ωφελούνται εξαιρετικά, απλώς και μόνο από την εμπειρία ότι κάποιος τους βλέπει σε όλες τους τις διαστάσεις και τους καταλαβαίνει πλήρως.

Γι' αυτό είναι σημαντικό για εμάς ν” αντιληφθούμε πως βιώνει ο ασθενής μας το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Εγώ συνηθίζω να ελέγχω επανειλημμένα τα συμπεράσματα μου.

Για παράδειγμα:

«Μπομπ, όταν σκέφτομαι τη σχέση σου με τη Μαίρη, να τι καταλαβαίνω: λες με σιγουριά ότι είστε ασύμβατοι, λες ότι θέλεις πάρα πολύ να χωρίσεις, ότι βαριέσαι μαζί της και αποφεύγεις να περάσετε μαζί μια ολόκληρη νύχτα. Τώρα όμως που εκείνη έκανε το βήμα που ήθελες κι αποτραβήχτηκες, εσύ πάλι την επιθυμείς. Σαν να σ' ακούω να λες ότι δεν θέλεις να “σαι μαζί της, αλλά δεν αντέχεις στην ιδέα πως δεν θα είναι διαθέσιμη όποτε τη χρειάζεσαι. Τα λέω σωστά ως εδώ;»

H εύστοχη ενσυναίσθηση είναι εξαιρετικά σημαντική σ' ότι αφορά το άμεσο παρόν – δηλαδή το εδώ και το τώρα της θεραπευτικής συνάντησης. Έχετε υπόψη σας ότι οι θεραπευόμενοι έχουν εντελώς διαφορετική αίσθηση για τη θεραπευτική συνεδρία απ' ότι οι θεραπευτές.

Είναι ένα φαινόμενο που ακόμα και οι εμπειρότεροι θεραπευτές το διαπιστώνουν κάθε μέρα με μεγάλη έκπληξη. Πολλές φορές στο ξεκίνημα μιας ώρας ένας ασθενής μου αναφέρει μια πολύ έντονη συναισθηματική του αντίδραση σε κάτι που συνέβη στην προηγούμενή μας συνεδρία, κι εγώ νιώθω τελείως μπερδεμένος, επειδή δεν μπορώ να φανταστώ με κανέναν τρόπο τι απ” όσα είχαν συμβεί στην προηγούμενη συνεδρία ήταν ικανό να προκαλέσει μια τόσο έντονη αντίδραση.

Η μεγάλη διάσταση απόψεων μεταξύ θεραπευόμενου και θεραπευτή έπεσε για πρώτη φορά στην αντιληψή μου πριν από χρόνια, όταν έκανα μια έρευνα για τα βιώματα των μελών που ανήκουν σε ομάδες ψυχοθεραπείας και σε ομάδες αυτογνωσίας.

Ζήτησα από πάρα πολλά μέλη ομάδων να συμπληρώσω ένα ερωτηματολόγιο, στο οποίο προσδιόριζαν κάποια γεγονότα θεμελιώδους σημασίας για κάθε συνεδρία.

Τα πλούσια και ποικίλα συμβάντα που περιέγραψαν ήταν πολύ διαφορετικά απ' αυτά που είχαν θεωρήσει σημαντικά οι συντονιστές των ομάδων σε καθεμιά απ' αυτές τις συνεδρίες. Παρόμοιες διαφορές των ομάδων για το ποια ήταν τα πιο σπουδαία γεγονότα ολόκληρης της ομαδικής τους εμπειρίας.

Η επόμενη επαφή μου με τις διαφορές ανάμεσα σε θεραπευόμενο και θεραπευτή, ως προς τον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα, συνέβη σ' ένα άτυπο πείραμα, όπου μια ασθενής μου και εγώ κρατούσαμε περιληπτικές σημειώσεις για κάθε συνεδρία μας.

Το πείραμα αυτό έχει μια παράξενη ιστορία. Η Τζίνυ, η ασθενής μου, ήταν μια ταλαντούχα συγγραφέας που υπέφερε όχι μόνο από ένα μπλοκάρισμα στο γραψιμό της, αλλά κι από μια αναστολή κάθε μορφής εκφραστικότητας.

Για ένα χρόνο παρακολούθησε την ψυχοθεραπευτική μου ομάδα με πενιχρά αποτελέσματα: αποκάλυψε λίγα για τον εαυτό της, έδωσε λίγα στα υπόλοιπα μέλη της ομάδας και με εξειδανίκευσε τόσο πολύ, ώστε κάθε γνήσια επαφή έγινε αδύνατη.

Έπειτα, όταν για οικονομικούς λόγους αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ομάδα, της πρότεινα ένα ασυνήθιστο πείραμα.

Προσφέρθηκα να τη βλέπω σε ατομική θεραπεία, με τον όρο ότι αντί για πληρωμή να γράφει μια ελεύθερη, χωρίς λογοκρισία περίληψη κάθε συνεδρίας μας, όπου να εκφράζει όλα τα συναισθήματα και τις σκέψεις που δεν είχε εκφράσει με λόγια στη διάρκεια της ώρας. Πρότεινα να κάνω κι εγώ απ” τη μεριά μου ακριβώς το ίδιο, κι ο καθένας μας να παραδίνει τη δική του εβδομαδιαία αναφορά στη γραμματέα μου, για να διαβάζουμε ο ένας τις σημειώσεις του άλλου κάθε λίγους μήνες.

Η προτασή μου είχε πολλές σκοπιμότητες. Έλπιζα πως η γραπτή εργασία όχι μόνο θα μπορούσε ν' απελευθερώσει το δημιουργικό γράψιμο της θεραπευόμενής μου, αλλά και να την ενθαρρύνει να εκφραστεί πιο ελεύθερα στην θεραπεία.

Έλπιζα επίσης πως το να διαβάσει τις δικές μου σημειώσεις θα μπορούσε να βελτιώσει τη σχέση μας.

Είχα σκοπό να γράψω τις εντυπώσεις μου χωρίς να τις λογοκρίνω και ν' αποκαλύπτω τα βιώματα και τα συναισθήματα που ένιωθα στη διάρκεια κάθε ώρας: τι απόλαυσα, τι μ” έφερε σε αδιέξοδο, τι μου τράβηξε αλλού την προσοχή. Κι αν η Τζίνυ μ' έβλεπε πιο ρεαλιστικά, ίσως να έπαυε πια να με εξιδανικεύει και να μπορούσε να σχετιστεί μαζί μου με πιο ανθρώπινους όρους.

(Στο περιθώριο αυτής της συζήτησης περί ενσυναίσθησης θα πρόσθετα πως αυτή η εμπειρία έλαβε χώρα σε μια περίοδο που επιχειρούσα ν' αναπτύξω κι εγώ ως συγγραφέας τη φωνή μου, και η προθυμία μου να γράφω παράλληλα με την ασθενή μου είχε και μια ωφελιμιστική πλευρά: μου παρείχε μια ασυνήθιστη άσκηση και μια ευκαιρία να σπάσω τους επαγγελματικούς μου περιορισμούς, ν” απελευθερώσω το λόγο μου γράφοντας ότι μου ερχόταν στο νου αμέσως μετά την κάθε συνεδρία μας.)

Η ανταλλαγή σημειώσεων κάθε λίγους μήνες ήταν μια εμπειρία τύπου Ρασομάν: παρόλο που αναφερόμασταν στην ίδια ώρα, την είχαμε βιώσει και τη θυμόμασταν ιδιοσυγκρασιακά.

Παραδείγματος χάρη, άλλα μέρη της συνεδρίας θεωρούσε σημαντικά ο καθένας μας. Η Τζίννυ δεν άκουγε κάν τις ευφυείς καλοδιατυπωμένες ερμηνείες μου.

Αντίθετα, εκτιμούσε μικρές προσωπικές χειρονομίες, στις οποίες εγώ δεν έδινα σχεδόν καμιά σημασία: κοπλιμέντα που της έκανα για το ντύσιμο και την εμφανισή της ή για το γράψιμό της, τον αμήχανο τρόπο μου όταν απολογούμαι, όταν έφτανα με λίγα λεπτά καθυστέρηση, το γέλιο μου όταν εκείνη κάτι σατίριζε, τα πειράγματα που της έκανα, όταν κάναμε ασκήσεις ρόλων.

Όλες αυτές οι εμπειρίες με δίδαξαν να μην υποθέτω ότι ο ασθενής κι εγώ βιώνουμε τα ίδια πράγματα στη διάρκεια μιας συνεδρίας.

Όταν οι ασθενείς μιλούν για συναισθήματα που τους γεννήθηκαν στην προηγούμενη συνεδρία, φροντίζω να ρωτώ πως ένιωσαν και σχεδόν πάντα μαθαίνω κάτι μαθαίνω κάτι καινούργιο και απρόσμενο.

Η ενσυναίσθηση είναι τόσο πολύ μέρος της καθημερινής μας ομιλίας – οι λαϊκοί βάρδοι τραγουδούν κοινοτυπίες για το πώς βλέπει με τα μάτια του άλλου – ώστε έχουμε την τάση να ξεχνάμε πόσο σύνθετη είναι αυτή η διαδικασία.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξέρεις πραγματικά πως νιώθει ο άλλος. Πολύ συχνά προβάλλουμε τα δικά μας συναισθήματα πάνω του.

 

Irvin D. Yalom, «Το δώρο της ψυχοθεραπείας»



  • Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

    Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.