Η βία δεν υπήρχε πάντα

31.01.2016
Η βία δεν υπήρχε πάντα

«Είμαστε βίαιοι, είναι οι ανθρώπινη φύση … Παρόμοιοι ισχυρισμοί δεν έχουν καμία βάση.»

Όχι, η βία δεν υπήρχε πάντα.

Επιστήμονες και οπαδοί της ενσυναίσθησης συναντιούνται με ένα απλό και φιλόδοξο στόχο: να αποδείξουν πως η βαναυσότητα δεν είναι εγγενής στο ανθρώπινο ον –και ότι μπορούμε ν’ αλλάξουμε.

Υπήρξε μια εποχή που η βία δεν είχε κάνει την εμφάνισή της. Δεν πρόκειται για όνειρο ούτε για μύθο ούτε για φιλοσοφική εικασία. Είναι το πιο πιθανό σενάριο στο οποίο συγκλίνουν η αρχαιολογία, η ανθρωπολογία, η εξελικτική βιολογία και οι επιστήμες που μελετούν τον εγκέφαλο και τον ανθρώπινο νου. Η σύγχρονη γνώση αλλάζει την εικόνα μιας ανθρωπότητας σφυρηλατημένης από τη βία και την ανταγωνιστικότητα, με την εικόνα μιας άλλης πραγματικότητας που βασίζεται στην ενσυναίσθηση και τη συνεργασία.

Οι μελέτες της ανθρώπινης φύσης μας επιτρέπουν να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς σφαγές, χωρίς πολέμους, χωρίς βαναυσότητα: τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι παράπλευρη συνέπεια αυτού που είμαστε. Γιατρός, ψυχοθεραπευτής και κινηματογραφιστής, ο γάλλος Michel Meignant ερευνά αυτό το πεδίο σε ένα ντοκιμαντέρ που είναι ακόμα στη φάση της παραγωγής και για το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη μια εκστρατεία συμμετοχικής χρηματοδότησης  Πήραμε συνέντευξη από δύο συντελεστές του.

Μια ειρηνική προϊστορία

Ο βίαιος θάνατος που επιβάλλει υπό μορφή τιμωρίας ο ένας άνθρωπος στον άλλο εμφανίζεται πολύ αργότερα από την ίδια την ανθρωπότητα και αποτελεί ένα πολύ περιορισμένο φαινόμενο. Αυτό υποδεικνύουν τα αρχαιολογικά ίχνη. Ιστορικός ειδικευμένη στην προϊστορία, διευθύντρια του τμήματος ερευνών στο CNRS, η Marylène Patou-Mathis αφιέρωσε ένα βιβλίο της σε αυτό το θέμα το 2013, η Προϊστορία της βίας και του πολέμου (Εκδόσεις Odile Jacob).

«Ξεκίνησα αυτή τη μελέτη επειδή με ενοχλούσε ν’ ακούω πάντα το ίδιο –είμαστε βίαιοι, είναι η ανθρώπινη φύση, η βία υπήρχε πάντα- όταν, μάλιστα, αυτοί οι ισχυρισμοί δεν έχουν καμία βάση. Ως επιστήμονας, σκέφτηκα: ας κοιτάξουμε λοιπόν τα στοιχεία».

Τα αποτελέσματα; Αν και η βία σπανίζει στην παλαιολιθική εποχή, εμφανίζεται σε κάποιες περιπτώσεις. «Οι πρώτες της εμφανίσεις παραπέμπουν στον κανιβαλισμό. Ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ως νεκρώσιμη τελετουργία. Αλλά και ως τελετουργία που σχετίζεται με τη θυσία ενός ατόμου το οποίο τρώνε τα μέλη μιας ομάδας για να ενωθούν μεταξύ τους: με άλλα λόγια, στον κανιβαλισμό όλα τα μέλη συμμετέχουν στο έγκλημα». Αλλά γιατί γίνεται η θυσία; «Για να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα, μια μεγάλη κρίση όπως κάποια επιδημία ή λιμό, θυσιάζουν κάτι πολύτιμο: ένα μέλος της ομάδας».

Ιδού, λοιπόν, κάτι που έρχεται σε ρήξη με τις προκατειλημμένες απόψεις που υποστηρίζουν ότι η πρωτόγονη βία εμφανίστηκε μέσα από τη μάχη για απόκτηση πόρων και τον ανταγωνισμό για την ικανοποίηση των επιθυμιών. «Σύμφωνα με ένα πολύ διαδεδομένο μύθο η βία ξεκινά τη στιγμή που ο ένας άνθρωπος επιτίθεται στον άλλον για να του πάρει κάτι. Κυκλοφορούν πολλοί τέτοιοι μύθοι, που δεν έχουν καμιά αρχαιολογική ή ανθρωπολογική βάση: για παράδειγμα, η αρπαγή των γυναικών, που είναι μια φανταστική προβολή του XIX αιώνα».

Απ’ την άλλη μεριά, δεν πρέπει να είμαστε αφελείς: δε βρισκόμαστε στον κήπο της Εδέμ και καλά θα κάνουμε να είμαστε προσγειωμένοι. «Δεν πρέπει να συγχέουμε τη βία με την επιθετικότητα. Αυτή η τελευταία είναι ένα αντανακλαστικό, κάτι ζωικό, που μας επιτρέπει να επιβιώνουμε». Μηχανισμός άμυνας, η φυσική επιθετικότητα συνδέεται με την κατάστασή μας ως αρπακτικά. «Οι κυνηγοί συλλέκτες σκοτώνουν ζώα για να τραφούν. Αλλά και εκεί υπάρχουν πάντα τελετουργίες – πριν, κατά τη διάρκεια, και μετά το κυνήγι. Δεν γνωρίζουμε κανένα λαό κυνηγών που να μην είχε παρόμοιες τελετουργίες. Είναι απαραίτητες για να μπορέσουν να σκοτώσουν αυτό το κοντινό, το σχεδόν ίδιο, αυτό το σχεδόν αδελφικό που αντιπροσωπεύει για εκείνους το ζώο».

Η απουσία της βίας δε σημαίνει πως δεν υπάρχουν συγκρούσεις: «Οι εθνογραφικές μαρτυρίες για τους λαούς που ονομάζουμε παραδοσιακούς –όπως οι Βουσμάνοι, οι Σαν, στην Νότια Αφρική, με τους οποίους είχα την τύχη να συμβιώσω για κάποιο χρονικό διάστημα- μας πληροφορούν πως σ’ αυτούς η βία σπανίζει. Όταν ξεσπά ένας καυγάς, όλοι συγκεντρώνονται. Αν δεν καταφέρουν να λύσουν τη διαφορά, η φυλή διαχωρίζεται: ένα μέρος της φεύγει μαζί με τον έναν από τους πρωταγωνιστές της σύγκρουσης».

Η αρχαιολογία μας επιτρέπει να σκιαγραφήσουμε την προϊστορία της ενσυναίσθησης; «Ναι. Το καταλαβαίνουμε όταν ανακαλύπτουμε σκελετούς που φέρουν τραύματα αναπηρίας ή συγγενείς παραμορφώσεις. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα, η περίπτωση ενός Νεάτερνταλ στο Shanidar, του Ιράκ, στον οποίο έλειπε ο πήχης και που έζησε πάνω από 40 χρόνια: αυτό μας αποκαλύπτει ότι η ομάδα ανέλαβε τη φροντίδα του και πως δεν τον έδιωξαν ούτε τον άφησαν να πεθάνει».

Τι ξέρουμε για τις προϊστορικές συμπεριφορές προς τα παιδιά; «Δεν έχουμε στη διάθεσή μας αρχαιολογικά μέσα για να μπορούμε να προσδιορίσουμε το είδος της εκπαίδευσης που λάμβαναν τα παιδιά στην παλαιολιθική εποχή. Αλλά αν παρατηρήσουμε τους σύγχρονους κυνηγούς συλλέκτες, βλέπουμε ότι δεν καταφεύγουν στην εκπαιδευτική βία: τους είναι άγνωστο κάθε είδος σωματικής τιμωρίας.

Πώς η ειρηνική ανθρωπότητα της προϊστορίας κατέληξε να γίνει βάναυση; «Καθώς οι ομάδες εγκαθιστούνται σε ένα μέρος, αρχίζει να αυξάνεται ο πληθυσμός. Αυτό συνεπάγεται μια οικονομική αλλαγή, την εξημέρωση των φυτών και των ζώων. Εμφανίζεται η αποθήκευση, τα αγαθά. Στις ζωγραφιές των σπηλαίων βλέπουμε να απεικονίζονται κάποιοι άνθρωποι ψηλότεροι από άλλους: είναι οι ελίτ. Δε θέλω να παραστήσω τον Ρουσσώ, αλλά τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους». Υπάρχουν μη μετακινούμενοι λαοί χωρίς βία; «Κοινωνίες που ονομάζονται φυτοκομικές και έχουν περιορισμένο μέγεθος. Το ζήτημα του αριθμού είναι ουσιώδες».

Η “soft” βαναυσότητα της εκπαίδευσης

Υπάρχουν δυο κατηγορίες βίας προς τα παιδιά: και οι δυο μεταδίδονται από γενιά σε γενιά και αποτελούν το άρθροισμα της βίας που ασκείται σε προσωπικό επίπεδο και της κοινωνικής βίας. Γιατρός, ψυχοθεραπεύτρια, συγγραφέας διάφορων βιβλίων αφιερωμένων σ’ αυτό το θέμα (Είμαστε όλοι κακοποιημένοι;  εκδόσεις Georg, ή Θύμα; Όχι ευχαριστώ!, εκδόσεις Jouvence), η Cornelia Gauthier από τη Γενεύη έχει μελετήσει και τις δυο αυτές κατηγορίες της βίας, αλλά κυρίως την πιο κοινή: «Η κακομεταχείριση γίνεται από ανθρώπους που έχουν και οι ίδιοι κακοποιηθεί στο παρελθόν.

Η καθημερινή εκπαιδευτική βία, αντίθετα, ασκείται σχεδόν από όλους μας, λίγο πολύ εν αγνοία μας ή επειδή πιστεύουμε πως ενεργούμε με καλή πρόθεση, ακολουθώντας την άποψη που λέει πως είναι κάτι που χρειάζεται το παιδί για να γίνει καλός άνθρωπος».

«Αποτελούμενη από απειλές, φωνές, κλάματα που αγνοούνται και από κάποιες ξυλιές, μοιάζει ασήμαντη, σχεδόν ευεργετική, όταν στην πραγματικότητα είναι το λίκνο κάθε μορφής βίας»: μειώνοντας την ικανότητα ενσυναίσθησης του παιδιού δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για την διαμόρφωση στο μέλλον της ενήλικης βίας. Και μαζί τις προϋποθέσεις της αναπαραγωγής της. «Είναι μια γλώσσα που κάποιος τη μαθαίνει από πολύ μικρός: δεδομένου πως τα παιδιά μαθαίνουν μέσω της μίμησης, το εκπαιδευτικό μοντέλο που ακολουθείται, καθορίζει αυτό που στο μέλλον θα αντιλαμβάνεται το άτομο ως φυσιολογικό ή καλό».

Αλλά… αφαιρώντας κάθε μορφή βίας από το εκπαιδευτικό οπλοστάσιο δεν αυξάνουμε τον κίνδυνο να δημιουργήσουμε μικρούς τυράννους;

«Ξεχάστε αυτή την προκατειλημμένη ιδέα! Θ’ αφήσουμε το παιδί να κάνει ό,τι θέλει; Όχι βέβαια. Χρειάζεται όρια. Στην πραγματικότητα τα ψάχνει.

Πρόκειται για τη χειρότερη παρανόηση που υπάρχει ανάμεσα σε ενηλίκους και παιδιά».

Ας δούμε πιο προσεκτικά αυτό το σημείο. «Ο ενήλικας βάζει ένα όριο. Αυτό δίνει στο παιδί ασφάλεια, και για το λόγο αυτό θα δοκιμάσει να επαληθεύσει την ύπαρξη αυτού του ορίου.

Όταν του λένε: «Δεν πρέπει να κάνεις αυτό» είναι απόλυτα σίγουρο, το ξέρουμε ήδη: το παιδί θα το κάνει. Και σ’ αυτή την κατάσταση ο ενήλικας συγχύζεται, θυμώνει επειδή ερμηνεύει ως ανυπακοή κάτι που για το παιδί είναι απλά μια επαλήθευση».

Τι να κάνουμε λοιπόν; «Να επαναλάβουμε: «όχι, μην το κάνεις», χωρίς απειλές, με ηρεμία και σταθερότητα. Αυτό θα είναι καθησυχαστικό για το παιδί, που ακόμη κι αν νιώσει απογοητευμένο, θα μεγαλώσει με τον τρόπο αυτό χωρίς τις συγκινησιακές αναστολές που του δημιουργούμε με την άσκηση της εκπαιδευτικής βίας».

Άλλη κλασική παρανόηση: «Λένε σε ένα παιδί 2 χρονών: Όχι, μην αγγίζεις το τηλεκοντρόλ». Το παιδί ακούει «τηλεκοντρόλ», επεξεργάζεται την πληροφορία με τον μετωπιαίο λοβό του, δεν είναι ακόμη αρκετά ώριμο νευρολογικά για να σβήσει ταυτόχρονα αυτή την εικόνα από το μυαλό του ώστε να υπακούσει στην εντολή. Αμέσως μετά, θα αγγίξει το τηλεκοντρόλ κοιτάζοντάς μας στα μάτια, κινούμενο πολύ πολύ αργά: αλλά δεν παρακούει, επαληθεύει».

Ακολουθώντας τα βήματα του Olivier Maurel, η Cornelia Gauthier θεωρεί ότι η εκπαιδευτική βία εμφανίζεται στην ιστορία της ανθρωπότητας όταν ξεκινά η εγκατάσταση των πληθυσμών. «Καθώς αυξάνεται ο αριθμός των γεννήσεων στις κοινωνίες των κυνηγών συλλεκτών, τα μεγαλύτερα παιδιά απογαλακτίζονται για να μπορέσουν οι γυναίκες να θηλάσουν τα μικρότερα. Αυτό πρέπει να δημιούργησε επιθετικότητα στα μεγαλύτερα παιδιά που άρχισαν να χτυπούν τα μικρότερα. Η μητέρα, υπερ επιθετική λόγω των ορμονών του θηλασμού πιθανά άρχισε να χτυπά τα μεγαλύτερα παιδιά…. Είναι μια αληθοφανής υπόθεση που μπορεί να εξηγήσει την εμφάνιση του κύκλου της βίας στο οικογενειακό περιβάλλον».

 

Της Marylène Patou-Mathis, Iστορικού

Πηγή: Le Temps

stumbleupon.com



  • Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

    Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.