Ελένη Λαυρεντάκη

Ελένη Λαυρεντάκη

Γεννήθηκα και ζω στην Κρήτη. Είμαι γραφίστας - τυπογράφος και τα τελευταία χρόνια διοχετεύω τις καλλιτεχνικές (και όχι μόνο) ανησυχίες μου στον Κλόουν.

29.11.2021

Νοτιάς που φύσηξε,

τις σφαλισμένες

πόρτες έτριξε.

01.12.2021

Αυτό που παθαίνω με τα δελφίνια δεν το παθαίνω ούτε με τους ανθρώπους.

Όσα και να 'χω δει στη ζωή μου χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη μου.

Άσχετα αν τα είδα στην πραγματικότητα, στη μικρή ή μεγάλη οθόνη ή φωτογραφημένα σε εφημερίδες και περιοδικά.

Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Η αλήθεια είναι ότι τ' αγαπάω.

01.12.2021

Όταν κρίνουμε την ευτυχία κάποιου πλούσιου, νέου, ωραίου, τιμημένου, το μόνο που ζητάμε είναι να μάθουμε αν είναι χαρούμενος.

Ενώ αντίθετα αν ο άνθρωπος είναι όντως χαρούμενος, δεν μας ενδιαφέρει καθόλου αν είναι νέος ή γέρος, πλούσιος ή φτωχός: ξέρουμε ότι είναι ευτυχισμένος.

Γι’ αυτό και όποτε έρχεται να μας βρει η ευθυμία, πρέπει να της ανοίγουμε την πόρτα διάπλατα.

15.11.2021

Eρχόμαστε στη ζωή γεμάτοι απαιτήσεις για ευτυχία και ευδαιμονία, και έχουμε την παράλογη ελπίδα να τις πραγματοποιήσουμε έως ότου η μοίρα βρεθεί άκομψα στον δρόμο μας για να μας δείξει πως τίποτα δεν εξαρτάται από εμάς και πως, αντίθετα, όλα εκείνη τα καθορίζει• εκείνη έχει αδιαμφισβήτητο δικαίωμα όχι μόνο πάνω σε ό,τι κατέχουμε και έχουμε πετύχει, αλλά και πάνω στα ίδια μας τα χέρια και τα πόδια, τα μάτια και τα αυτιά μας, ακόμα και πάνω στη μύτη μας, που βρίσκεται στο κέντρο του προσώπου μας.

30.11.2021

«Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί, ακέριος μοναχός του

Κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι ηπείρου, ένα μέρος στεριάς.

15.11.2021

Η αγάπη είναι χρώμα άσπρο διάφανο

και το σώμα της σχήμα της ευλογίας.

Κι αυτό το άλογο

ψάχνει μέσα από καπνούς

το νεκρό καβαλάρη του

μακριά να τον πάρει.

01.12.2021

Προκάλεσα με πάθος την ζωή.

Ασέβησα δύο φορές γιατί τους ήξερα τους νόμους.

Τώρα πληρώνω με ντροπή

χωρίς σκυλί, χωρίς ραβδί

πηγαίνω ανάμεσά στους γόννους

01.12.2021

Πουλιά στα χίλια χρώματα

των ενθουσιασμών,

ελαφρά καλοκαίρια.

08.11.2021

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο

λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.

«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα

μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,

έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα

του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που 'πε τώρα:

«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»

Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,

και σο 'γλυφα και σο 'πλενα τα πόδια δουλωμένo,

περήφανα μ' εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,

να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.

Κι αντίς εγώ κρυφά-κρυφά, εκεί που σε φιλούσα,

μέρα και νύχτα σ'έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα

και την πληγή που σ' άνοιγα, το λάκκο που 'θε κάμω,

με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.

Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,

τα θέμελά σου τα 'φαγα, σ' έκαμα κουφολίθι.

Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι

θα σε πατήσει στο λαιμό...Εξύπνησα λιοντάρι...»

 

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,

αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.

Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,

του φεγγαριού, που 'ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.

Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν

και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,

καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε

τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

 

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα,

χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα

ν' αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,

και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;

Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,

αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,

και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,

εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ' αφρούς στεφανωμένο;

Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»

 

«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ' επότισεν ο χρόνος

χολή και καταφρόνεση. Μ' ανάθρεψεν ο πόνος.

Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,

έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.

Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,

σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,

ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του άδη μου τ' αχνάρια...

Μ' έκαμες ξυλοκρέβατο... Με φόρτωσες κουφάρια...

Σε ξένους μ' έριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου

το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου

τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.

Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,

καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,

γίγαντας στέκω εμπρός σου!»

 

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του

εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.

Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει

σα να 'ταν από χιόνι.

Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη

η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει

στον τόπο που 'ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,

που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.

 

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

01.12.2021

Αρχίστε σπάζοντας τους καθρέφτες του σπιτιού σας, αφήστε τα χέρια σας να πέσουν ελεύθερα, κοιτάξτε τον τοίχο, ξεχαστείτε.

Τραγουδήστε μια μόνο νότα κι ακούστε την από μέσα σας.

Σελίδα 1 από 185