Ο «ανυπεράσπιστος» Ντίνος Χριστιανόπουλος: ποιήματα ποιητικής

27.08.2014

Η ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου, μεστή εικόνων και συναισθημάτων, έχει απασχολήσει την κριτική για πολύ καιρό· το έργο του Δ. Κόκορη, Λόγος γυμνός, είναι η αναλυτικότερη, μέχρι τώρα, εισαγωγή στο έργο του, το οποίο προσφέρει με επάρκεια τις πλείστες πτυχές της δημιουργικής πορείας του ποιητή.

Βέβαια, μία εισαγωγή δε θα μπορούσε να συμπεριλάβει και όλα τα αποσπάσματα των έργων του Χριστιανόπουλου προς επίρρωση των θέσεων που πρεσβεύει, κάτι που, εδώ, θα επιχειρηθεί, μία συλλογή δηλαδή των ποιημάτων ποιητικής από τις τρεις συλλογές του, Ποιήματα, Μικρά Ποιήματα και Πεζά Ποιήματα, και μία ανάγνωσή τους με στόχο την ανεύρεση των μοτίβων που συνθέτουν το «ποιητικό εγώ» του Χριστιανόπουλου.

Η ταυτότητά του ως ποιητή έχει συζητηθεί από τον ίδιο τον ποιητή πολλές φορές, με μία ιδιαίτερη έμφαση να δίνεται στην ερωτική πτυχή της ποίησής του και στη δυναμική που αυτή αναπτύσσει, είτε σε ένα παιχνίδι (υπο)νοουμένων εσωτερικής διακειμενικότητας, είτε συνομιλιών με έργα άλλων.

«Είμαι ερωτικός ποιητής. Αυτό δε σημαίνει πως τάχθηκα να εκφράζω ολόκληρο το φάσμα του έρωτα, αλλά μόνο το μικρό κομματάκι του που μου αναλογεί. Αν καταφέρω να το εκφράζω καλά, τότε το κομματάκι αυτό δε θα 'ναι και τόσο μικρό: η ποίηση θα το μεγαλώσει», δηλώνει ο ίδιος.

Ωστόσο, το ζήτημα της «ερωτικής» γραφής του Χριστιανόπουλου αναδεικνύεται μάλλον συνθετότερο, όταν ληφθούν υπ' όψιν βιογραφικές λεπτομέρειες της ζωής του ποιητή, κάτι που ο τελευταίος αρνείται:

«Μερικοί επιμένουν να χαρακτηρίζουν τα ποιήματά μου «ομοφυλόφιλα». [...] Είμαι κι εγώ σαν ένα ποτάμι που κυλάει περνώντας από διάφορα μέρη, και απ' το κάθε μέρος όλο και κάτι παίρνει [...] Ποτάμι είναι και κυλάει· δε μένει σε καμιά περιοχή, κι ας έχει πάρει κάτι από όλες».

Η αναζήτηση μοτίβων που επανέρχονται στα ποιήματα των τριών συλλογών του, θα δώσει μία πιο ασφαλή εικόνα του συνόλου του έργου του Χριστιανόπουλου.

Απολογισμός της μοναξιάς

Το πιο σκληρό συναίσθημα, η αίσθηση της μοναξιάς του υποκειμένου, η σύλληψη της αδυναμίας του να επικοινωνήσει και να κοινωνήσει στον άλλο πόθους, πάθη κι επιθυμίες, γίνεται για το Χριστιανόπουλου πηγή έμπνευσης και δημιουργίας. Το απωθημένο, το αλγεινό υπέδαφος της μνήμης, αποτελεί το βασικό υλικό πολλών ποιημάτων.

«Η πίκρα μου λιγοστεύει όταν την κάνω ποίηση», σημειώνει.

Ι. Απολογισμός της μοναξιάς

Σπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης,

ρήμαγμα μέσα σε ξένες αγκαλιές,

απελπισμένο κρέμασμα από λαγόνια ξένα.

Πέσιμο εκεί που μοναχά η μοναξιά οδηγεί:

να υποτάξω ακόμη και το πνεύμα μου,

να το προσφέρω σαν την έσχατη υποταγή.

(Ποιήματα, σελ. 37)

 

ΙΙ. τα άνω φρονείτε· μη τα επί της γης

όμως η γη σου είναι τόσο όμορφη

τόσο βαρβάτα τα χωριά σου

η μοναξιά μου δε χορταίνει

τις λιχουδιές των σκελιών τους

εμένα δε με νοιάζει πια ο ουρανός

(Μικρά Ποιήματα, σελ. 160)

 

ΙΙΙ. κάθε που βρέχει μοναξιά

φουσκώνουνε της ποίησης τα ρυάκια

(ό.π. σελ. 208)

IV. το περίπτερο στο δεξί πεζοδρόμι

είν' άδειο από λυρισμό και ποίηση –

πού λυρισμός με ξυραφάκια και τσιγάρα

πού ποίηση μ' εφημερίδες και προφυλακτικά

το περίπτερο στο δεξί πεζοδρόμι

είναι γεμάτο λυρισμό και ποίηση

αρκεί να ρίξεις μια κρυφή ματιά

στον έφηβο που λαμπαδιάζει μέσα

(ό.π. σελ. 288)

Μακραίνει η ηλικία της σεμνότητας

Όταν πια η «ηλικία της σεμνότητας» έχει παρέλθει, αρχίζει μια άλλη ηλικία, εκείνη των τύψεων.

Ένας νοητός νόστος στα περασμένα, σε εποχές μοναξιάς, πόνου, εγκατάλειψης, αλλά και σε εποχές ινδάλματα της ηδονής και της φαντασίας. Η μνήμη, που στον Καβάφη κυριαρχεί, δε θα γινόταν να λείπει από το Χριστιανόπουλου, από τον οποίο, όπως και ο ίδιος ομολογεί διδάχθηκε πολλά.

Το πρώτο πρόσωπο της αφηγηματικής φωνής των ποιημάτων δημιουργεί την ψευδαίσθηση της εξομολόγησης του ποιητή· είναι η «ατομική [του] περίπτωση» στην οποία επιμένει, (με) την οποία επι/κοινωνεί με/στους αναγνώστες του. Την ίδια τάση εξωτερίκευσης διαβάζει και ο Κόκορης στα πλέον «συμπυκνωμένα» ποιήματά του:

«[Από το 1950, ο Χριστιανόπουλος δρομολογεί] την πορεία προς το ποιητικό ξεγύμνωμα του βιωματικού πυρήνα της ύπαρξής του ως ατόμου δια μέσου και της έσχατης λεκτικής οικονομίας».

Ι. Τύψεις

Όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει

η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι

τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου

από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:

δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια,

φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα,

λόγια πιο πρόστυχα κι απ' τις χειρονομίες –

μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου,

όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω

μ' ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει

βουβή, ξαγρυπνισμένη και χλομή.

(Ποιήματα, σελ. 39)

ΙΙ. Ό,τι κορόιδευα

Δεν έχω πια δικαίωμα να κλαίγομαι

τώρα που χόρτασα κι εγώ ψωμί κι αγάπη.

Οι στερημένοι δεν είναι πια αδέλφια μου,

οι πεινασμένοι δε μ' έχουν για δικό τους,

κι ούτε με ξελασπώνει που ταράζομαι

σαν τύχει κι αντικρίσω τη ματιά τους.

(ό.π. σελ. 93)

ΙΙΙ. ενώ γράφω ένα ποίημα

για την έκσταση των ματιών σου

άνοιξε πάλι το συρίγγιο

κει τρέχει

(Μικρά Ποιήματα, σελ. 199)

Σχόλια για την ποίηση και τους ποιητές

«Κάποιος μου είπε πως η ποίηση τον βοηθάει αν βρει τη λύτρωση. Του απάντησα πως δε συμφωνώ. Το μόνο που μας βοηθάει η ποίηση, είναι να αξιοποιήσουμε τα απόβλητα του εαυτού μας».

Η κριτική ματιά του Ντίνου Χριστιανόπουλου είναι γνωστή, το ίδιο και τα σχόλια του· στην ποίησή του, ωστόσο, του δίνεται μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, να στιγματίσει, να κρίνει ποιήματα και ποιητές, να μιλήσει για την ίδια την ουσία της ποίησης:

Ι. Εγκαταλείπω την ποίηση

Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία,
δε θα πει ανοίγω ένα παράθυρο για τη συναλλαγή.
Τέλειωσαν πια τα πρελούδια, ήρθε η ώρα του κατακλυσμού.
'Οσοι δεν είναι αρκετά κολασμένοι πρέπει επιτέλους να σωπάσουν,
να δουν με τι καινούριους τρόπους μπορούν να απαυδήσουν τη ζωή.
Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία.
Να μη με κατηγορήσουν για ευκολία, πως δεν έσκαψα βαθιά,
πως δε βύθισα το μαχαίρι στα πιο γυμνά μου κόκαλα.
όμως είμαι άνθρωπος κι εγώ, επιτέλους κουράστηκα, πως το λένε,
κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει;
Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία.
Βρίσκει κανείς τόσους τρόπους να επιμεληθεί την καταστροφή του.

(Ποιήματα, σελ. 110)

ΙΙ. Σχόλιο

Ένας άντρακλας μου έφερε ένα τετράδιο με

στίχους τραγουδιών του. Σε κάποιο απ' αυτά απευθυνό-

ταν «σ' ένα ποιητή ομοφυλόφιλο» και του 'λεγε πως

ευχαρίστως θα του ξέσκιζε τον κώλο, αν έτσι τον βοηθούσε

να γράψει ένα ποίημα. Πήρα μολύβι και σημείωσα από

κάτω: «Γελιέστε αν νομίζετε πως έτσι γράφονται τα

ποιήματα. Το ποίημα δε βγαίνει απ' το ξέσκισμα του

κώλου, αλλά από το ξέσκισμα της ψυχής».

(Πεζά ποιήματα, σελ. 349)

 

ΙΙΙ. Άλλα λόγια, ν' αγαπιόμαστε

Διαβάζω τα ποιήματά του για αρκούδες και λύκους (παι-

Δικές αναμνήσεις από το ορεινό του χωριό) κι αναρωτιέ-

μαι: «Μα γιατί δε γράφει πως χώρισε τη γυναίκα του και

πόσο την τυραννάει για τη διατροφή του παιδιού τους; Ως

πότε αυτή η μεταμφίεση της γαϊδουριάς μας πίσω από
τραύματα της παιδικής μας ηλικίας;»

(ό.π. σελ. 360)

 

ΙV. «Ο έφηβος των Αντικυθήρων»

Ο «Έφηβος των Αντικυθήρων», ένα παλιοκαιρίσιο

ποίημα, που ετοιμάζεται να το διαβάσει μια κοπέλα σε

ένα ποιητικό βραδυνό.

Εκφώνησε ήδη τον τίτλο,

μα το μικρόφωνο δεν είναι καλά ρυθμισμένο.

Ο νεαρός ηχολήπτης σαλτέρνει αμέσως στη σκηνή και το τακτοποιεί.

Η κοπέλα του ρίχνει μια ματιά, μα όταν έρχεται η ώρα

για το ποίημα, της έχει φύγει η διάθεση. Τι κι αν μιλάει

για τον έφηβο των Αντικυθήρων; Είναι μπαγιάτικο. Ενώ

ο παίδαρος που σάλταρε μπροστά της λάμπει από νιάτα κι

ομορφιά. Αυτός είναι το ποίημα.

(ό.π. σελ. 362)

 

V. Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας

Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας
ποτέ δε λένε την αλήθεια
ο κόσμος υποφέρει και πονά
και 'σεις τα ίδια παραμύθια

Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας
είναι πολύ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα
μα δεν ταιριάζουνε για μένα

(ό.π. 365)

 

VI. ένας νεαρός μου έφερε

να διαβάσω ποιήματά του

έτσι όπως κάθεται απέναντί μου

και περιμένει να του κάνω κριτική

(δε θα του πω τι κακότεχνα γράφει)

το στιλπνό τρίχωμα του ποδιού του

ανάμεσα πανταλόνι και κάλτσα

ξεσκεπάζει το πιο ωραίο του ποίημα

(Μικρά Ποιήματα, σελ. 150)

 

VII. μην ξεκουμπώνεις το πορτέλο σου

θα διαλυθεί το ποίημα

(ό.π. σελ. 201)

VIII. θυσίασα τον ύπνο μου κυρία

για να διαβάσω τα ποιήματά σας

κι εκείνα μ' αποκοίμισαν

(ό.π. σελ. 212)

 

IX. είσαι ωραίος στίχος

με γοητεύεις σαν έφηβος

και μου ζητάς να σε βάλω προσωπίδα

στα ρημαγμένα μου ποιήματα

όχι

πρέπει να μάθω να αντιστέκομαι

στους ωραίους εφήβους

στους ωραίους στίχους

(ό.π. σελ. 221)

 

X. οι ποιητές των ημερών που ζούμε

οφείλουν να ξέρουν καλά μοιρολόγια

οφείλουν να γράφουνε τέλειους θρήνους

στο μεταξύ ο ποιητής των θρήνων

γλεντούσε με το γκομενάκι

(ό.π. σελ. 227)

 

ΧΙ. φίλος ποιητής, διευθυντής εταιρείας

μου στέλνει τα ποιήματά του με τον κλητήρα του

ω Ποίηση

πώς ανέχεσαι να σε υπηρετούν διευθυντές

(ό.π. σελ. 252)

 

ΧΙΙ. ο ερωτύλος δικηγόρος που γράφει ποιήματα

μηρυκάζοντας παλιές επιτυχίες του

τα δίνει για δακτυλογράφηση στη γραμματέα του

μια μαραμένη μεγαλοκοπέλα

κάθε φορά που μου τα φέρνει η φουκαρού

μου φαίνεται πιο μαραμένη

(σελ. 278)

Τι μας προσφέρει η ανάγνωση ποιημάτων ποιητικής;

Μας δίνει μια εικόνα του κόσμου του δημιουργού, τις πτυχές της δημιουργικότητάς τους, του ίδιου του εαυτού του. Ακολουθώντας την άποψη πως εγγράφονται στο έργο σημεία της ζωής του συγγραφέα, σε τελική ανάλυση, ένα ποίημα ποιητικής μας φέρνει πιο κοντά στον άνθρωπο – ποιητή, στα πάθη του, στην αγωνία του, στην ίδια του τη ζωή.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, σίγουρα, δε χρειάζεται συστάσεις· η ανάγνωση αυτή των παραπάνω ποιημάτων αποσκοπεί στη δημιουργία αρμών με μια άλλη ανάγνωση, σε βάθος, του συνόλου της δημιουργίας του.

 

του Μάριου-Κυπαρίσση Μώρου

Πηγή: literature.gr

 



  • Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

    Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.