«Ένα Σαββατοκύριακο στο Λόγκατετς»

Τα πρόσωπα του έργου

Μάρκος 49 χρονών
Έλενα 48 χρονών
Ο Μάρκος πάλι όταν ήταν 19 χρονών
Στέλιος 19 χρονών

Σκηνή πρώτη

Δωμάτιο ξενοδοχείου στην πόλη Λόγκατετς της Σλοβενίας. Είναι Κυριακή απόγευμα στα τέλη Ιουλίου. Ο Μάρκος κοιμάται. Χτυπάει η πόρτα.

 

Μάρκος: Ποιος διάολος είναι μεσημεριάτικα! Yes, one moment… I’m coming… one moment… (καθώς πηγαίνει ν ανοίξει) μου γαμίσανε τον ύπνο γαμώ τη μαλακία που τους δέρνει γαμώ... (Ανοίγει την πόρτα και μένει αποσβολωμένος μη πιστεύοντας στα μάτια του που βλέπει τη γυναίκα του) Πώς βρέθηκες εσύ εδώ; (παύση) Τι κάνεις εδώ; (παύση) Τα παιδιά που είναι; (παύση) Συνέβη κάτι με τα παιδιά; (παύση) Σε ρωτάω, απάντησε μου... έπαθαν κάτι τα παιδιά; (παύση) Γιατί δε μιλάς; (παύση) Τι με κοιτάς έτσι; (παύση) Απάντησε μου γαμώ τη πουτάνα μου... είναι καλά τα παιδιά;

(Μπαίνει η Έλενα, ο Μάρκος κλείνει την πόρτα)

Έλενα: Μια χαρά είναι τα παιδιά.

Μάρκος: Πώς βρέθηκες εδώ; Πότε ήρθες;

Έλενα: Σήμερα το πρωί.

Μάρκος: Απ το πρωί είσαι εδώ;

Έλενα: Το πρωί έφτασα στην Λιουμπλιάνα. Απ το αεροδρόμιο πήγα κατ ευθείαν στον σιδηροδρομικό σταθμό, πήρα το πρώτο τρένο και ήρθα. Είμαι κανά δυο ώρες εδώ... μπορεί και τρεις...

Μάρκος: Τα πράγματά σου;

Έλενα: Τα πράγματά μου! Ένα βαλιτσάκι έχω, το μικρό το μαύρο. Τ’ άφησα στο ξενοδοχείο.

Μάρκος: Ποιο ξενοδοχείο;

Έλενα: Ε, δεν έχει και πολλά. Δύο είναι όλα κι όλα. (παύση) Μην ανησυχείς δεν μένω σ’ αυτό, στο άλλο θα μείνω.

Μάρκος: Να ανησυχώ; Τι ειν αυτά που λες; Γιατί ν ανησυχώ;

Έλενα: Ε που σου χαλάω τα σχέδια.

Μάρκος: Ποια σχέδια βρε αγάπη μου; Ποια σχέδια; (παύση) Γιατί ήρθες;

Έλενα: Γιατί έρχεσαι εδώ;

Μάρκος: Ξέρεις γιατί έρχομαι εδώ.

Έλενα: Όχι δεν ξέρω. Τρία χρόνια τώρα. Λες και σε τσίμπησε μύγα ξαφνικά. Πριν φύγουμε για τις διακοπές μας θες να περάσεις ένα Σαββατοκύριακο στο Λόγκατετς.

Μάρκος: Βρε αγάπη μου τα χουμε πει τόσες φορές. Ποτέ δεν έδειξες να σ ενοχλεί πραγματικά. Κι εσύ και τα παιδιά το χατε δει σαν μια παραξενιά του μπαμπά και γελούσατε μ αυτό και μου κάνατε και πλάκα. Δεν μπορώ να καταλάβω τι σ έπιασε τώρα. Μια φορά το χρόνο, για ένα γαμημένο Σαββατοκύριακο όλο κι όλο, θέλω να μείνω λίγο μόνος με τον εαυτό μου. Να κάνω έναν απολογισμό της χρονιάς, να δω που βρίσκομαι, να σχεδιάσω την επόμενη χρονιά. Ήρθα χθες και φεύγω αύριο. Κάθε χρόνο έρχεστε με τα παιδιά και με παίρνετε απ το αεροδρόμιο και φεύγουμε κατ ευθείαν για τις διακοπές μας. Αυτό θα κάναμε και αύριο. Δεν μπορώ να καταλάβω τι σ έπιασε φέτος.

Έλενα: Γιατί στο Λόγκατετς;

Μάρκος: Όπου κι αν πήγαινα θα μπορούσες να το ρωτήσεις αυτό.

Έλενα: Μα πως σου ρθε να διαλέξεις αυτό το μέρος;

Μάρκος: Ήθελα να μαι σίγουρος πως θα είμαι απολύτως ήσυχος, πως δεν υπάρχει περίπτωση να συναντήσω κανέναν γνωστό ή φίλο. Θυμήθηκα σ ένα ταξίδι με έναν συμφοιτητή μου, τον Στέλιο, που επιστρέφαμε στην Λιουμπλιάνα από το Κόπερ με το τρένο, που σταματήσαμε εδώ και είχα σκεφτεί τότε «όλοι περνούν από δω για να πάνε στο Πιράν, στην Ίζολα, στο Κόπερ και ποτέ κανείς δεν κατεβαίνει εδώ παρά μόνο οι ντόπιοι». Ε, αυτό ήταν. Όταν αποφάσισα να βρω ένα μέρος για να απομονωθώ ήταν το πρώτο μέρος που πήγε το μυαλό μου και χωρίς δεύτερη σκέψη το διάλεξα αμέσως.

Έλενα: Να απομονωθείς; Τι σου κάναμε και θες να απομονωθείς;

Μάρκος: Κάθισε. (Η Έλενα κάθεται) Θες να φας κάτι; Να παραγγείλω; θες να βγούμε έξω;

Έλενα: Τι σου κάναμε και θες να απομονωθείς;

Μάρκος: Τίποτα δεν μου κάνατε. Το είχα απλώς ανάγκη. Μου πέρασε τώρα. Τελευταία φορά που έρχομαι. Δε θα ξαναγίνει.

Έλενα: Σε είδα που πήγες μια βόλτα στο δασάκι.

Μάρκος: Με παρακολούθησες;

Έλενα: Δεν σε παρακολούθησα. Σε είδα τυχαία και σε πήρα από πίσω. Και μετά που πήγες κι έφαγες στο εστιατόριο. Μόνος σου σαν τον κούκο. Εσύ ποτέ δεν τρως μόνος σου. Με περιμένεις όταν αργώ απ την δουλεία νηστικός για να φάμε μαζί μόνο και μόνο επειδή δε σ αρέσει να τρως μόνος σου. Πώς τό κανες αυτό; πως τό κανες;

Μάρκος: Πώς έκανα τι; πως έφαγα μια φορά στη ζωή μου μόνος μου;

Έλενα: Γιατί εχθές με ποιον έφαγες; Το βράδυ με ποιον σκοπεύεις να φας;

Μάρκος: Το βράδυ απ ότι φαίνεται θα φάω μαζί σου. Εχθές πάλι μόνος μου έφαγα. Δύο φορές λοιπόν, δύο, όχι μία, δύο, δύο φορές έφαγα μόνος μου.

Έλενα: Και τώρα δηλαδή σου χάλασα τα σχέδια;

Μάρκος: Ποια σχέδια;

Έλενα: Την ηρεμία σου θέλω να πω, την ανάγκη σου για περισυλλογή και απολογισμό της χρονιάς που πέρασε.

Μάρκος: Μην ειρωνεύεσαι. Δεν μου χάλασες τίποτα. Ίσα ίσα που χάρηκα που σε είδα, είχα αρχίσει να βαριέμαι. Ξαφνιάστηκα βέβαια αλλά χάρηκα. Ίσως δυο νύχτες είναι πολλές τελικά. Από του χρόνου θα’ ρχομαι Σάββατο και θα επιστρέφω Κυριακή.

Έλενα: Είπες ότι δεν θα ξανάρθεις.

Μάρκος: οκ δεν θα ξανάρθω.

Έλενα: Το υπόσχεσαι;

Μάρκος: Το υπόσχομαι. (την φιλάει) Τα παιδιά που είναι;

Έλενα: Στης μάνας μου.

Μάρκος: Τι τους είπες;

Έλενα: Την αλήθεια. Ότι πάω να βρω τον μπαμπά. Το μόνο ψέμα που τους είπα είναι ότι τους είπα πως το ήξερες ότι θα ρθω. Ήθελαν να ρθουν κι αυτά. Τους υποσχέθηκα ότι του χρόνου θα ρθούμε όλοι μαζί. Άρα μια φορά ακόμα, τελευταία, θα’ ρθεις. (γέλια)

Μάρκος: Μου τη δίνει αυτή η καχυποψία σου. Κανονικά θα πρέπε να μαι πολύ θυμωμένος τώρα. Δε ξέρω πως τα καταφέρνεις πάντα και με τουμπάρεις έτσι.

Έλενα: Και μένα μου τη δίνει η ανάγκη σου για περισυλλογή, απομόνωση και απολογισμό της χρονιάς που πέρασε.

Μάρκος: Δηλαδή δεν έχω το δικαίωμα να χω λίγες στιγμές τον χρόνο, ελάχιστες, αφιερωμένες στον εαυτό μου.

Έλενα: Όχι. Είμαι ακόμα ερωτευμένη μαζί σου για να σ’ αφήνω μόνο. Αν θες απομόνωση ν’ ανεβαίνεις στο δωμάτιό σου και να κλείνεσαι εκεί όχι ένα Σαββατοκύριακο μόνο αλλά και μια ολόκληρη βδομάδα αν θες. Θέλω όμως να ξέρω που είσαι, θέλω να σε νιώθω, να σε μυρίζω. (τον φιλάει)

 

Μάρκος: Πάμε να πάρουμε τα πράγματά σου απ’ το ξενοδοχείο. Ελπίζω να μη μας χρεώσουν τίποτα αφού δεν έμεινες καθόλου. Και μετά πάμε να σου δείξω την πόλη όσο έχει ακόμα φως. Δεν έχει και τίποτα σπουδαίο, κάτι ερείπια από ένα κάστρο και δυο-τρεις εκκλησίες όλες κι όλες αλλά είναι ωραία, ήσυχα. Και το βράδυ θα φάμε εκεί που με είδες να τρώω το μεσημέρι. Έχει καταπληκτική μανιταρόσουπα. Να τηλεφωνήσουμε στα παιδιά. (Βγάζει το κινητό του)

Έλενα: Πάμε, τους παίρνουμε απ τον δρόμο. Θεέ μου, τι τρελό άντρα παντρεύτηκα!

(βγαίνουν)

 

Σκοτάδι

Ακούγεται το interlude της Siouxsie που το τραγουδάει μαζί με τον Morrissey

 

Σκηνή δεύτερη

Το ίδιο δωμάτιο ξενοδοχείου 30 χρόνια πριν. Βράδυ καλοκαιριού.

Ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν ο Μάρκος με τον Στέλιο με μπαγκάζια.

 

Μάρκος: Πώς την πατήσαμε έτσι ρε μαλάκα;

Στέλιος: Εσύ φταις.

Μάρκος: Εγώ φταίω; Εσύ επέμενες να κατέβουμε μαζί τους.

Στέλιος: Εσύ με ζάλισες όλη την ώρα ότι μας παίζουνε και μας παίζουνε... κάτσε και παίξε τώρα τον πούτσο σου.

Μάρκος: Ρε μαλάκα αφού τις έβλεπες κι εσύ ότι κοιτούσαν και χαμογελούσαν, είχες αποφασίσει και ποιος θα γαμήσει ποια, κάτσε γάμησε τώρα τη χούφτα σου.

Στέλιος: Αφού ρε μαλάκα τους είπα Hi I am Stelios and this is my friend Marcos και χαμογέλασαν.

Μάρκος: Χαμογέλασαν αλλά ούτε τα ονόματά τους δεν μας είπαν.

Στέλιος: Ρε δεν την είδες την δικιά μου όταν τεντώθηκε να πάρει τη βαλίτσα της που πέταξε τα βυζιά της έξω; Για ποιον τα πέταξε; Για την φίλη της; Αφού γύρισε και με κοίταξε.

Μάρκος: Και ήταν λόγος αυτός για να κατεβούμε απ το τρένο; Κι άντε πες ότι γουστάρανε και μας καθόντουσαν να τις γαμήσουμε, πού θα τις γαμούσαμε ρε μαλάκα; Στα χωράφια;

Στέλιος: Εδώ ρε μαλάκα, στο ξενοδοχείο.

Μάρκος: Έχεις χαζέψει τελείως μου φαίνεται. Τι ήταν ρε μαλάκα; πουτάνες και θα ρχόντουσαν στο ξενοδοχείο; Το μέρος είναι μικρό, εδώ γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους. Πάλι καλά που δε φάγαμε ξύλο από τον τύπο που ήρθε να τις πάρει με τ’ αυτοκίνητο.

Στέλιος: Ο πατέρας της δικιάς μου πρέπει να ήταν. Ρόμπες γίναμε ρε μαλάκα, τις είδες πως γελούσαν μέσα στ’ αυτοκίνητο; Έλα να σου πω, ορκίζεσαι πως δε θα πούμε τίποτα σε κανέναν;

Μάρκος: Στ’ αρχίδια μου, ας το μάθει όποιος θέλει. Εμένα τώρα με νοιάζει να προλάβουμε αύριο τ’ αεροπλάνο. Τι ώρα είναι το πρώτο τρένο;

Στέλιος: Στις 7. Προλαβαίνουμε άνετα. Στις 11 πετάμε, μη σου πω ότι θα κάνουμε και μια βόλτα στη Λουμπλιάνα. Πως το λένε το μέρος εδώ; Λούπατετς;

Μάρκος: Λόγκατετς ρε μαλάκα, Λόγκατετς. Άκου Λούπατετς!

Στέλιος: Λες να χει κανα μπαρ ανοιχτό; Πάμε να πιούμε τίποτα;

Μάρκος: Πήγαινε εσύ, εγώ είμαι κομμάτια θα κάνω ένα ντους και θα την πέσω. Έχει πάει 10.

Στέλιος: Καλή ιδέα για ντους. Εγώ πρώτος. (Ξεντύνεται γρήγορα και τρέχει να μπει πρώτος στο μπάνιο αλλά το ίδιο κάνει κι ο Μάρκος. Συναντιούνται στην πόρτα κι αρχίζουν να παλεύουν γυμνοί. Σε κάποια φάση ο Στέλιος τον ακινητοποιεί με μια λαβή κι ο Μάρκος αρχίζει να του παίρνει πίπα. Ο Στέλιος τραβιέται απότομα) Τι κάνεις ρε μαλάκα; Τι έκανες ρε; (Σηκώνεται πάνω κι αρχίζει να ντύνεται νευρικά) Πούστης είσαι ρε;

Μάρκος: Ηρέμησε ρε μαλάκα, δεν έγινε τίποτα, ηρέμησε.

Στέλιος: Πούστης είσαι, έπρεπε να το χα καταλάβει. (Μαζεύει τα πράγματά του) Θέλω να σου σπάσω το κεφάλι. Φτου σου κωλόπουστα (Τον φτύνει και φεύγει)

Ο Μάρκος μόνος ανάβει τσιγάρο καθώς χαμηλώνουν τα φώτα και ακούγεται το Nothing Else Matters από τους Apocalyptica

 

Σκηνή τρίτη

Το ίδιο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπως το αφήσαμε στην πρώτη σκηνή. Αργά το βράδυ. Μπαίνουν ο Μάρκος με την Έλενα με την βαλίτσα της Έλενας. Έχουν φάει, έχουν πιει και είναι σε τρελά κέφια.

Έλενα: Μα να μη πιστεύει με τίποτα ότι είμαι η γυναίκα σου. Δεν μπορώ να καταλάβω, τι του είχες πει;

Μάρκος: Τίποτα, δεν μίλησα ποτέ μαζί του. Αλλά με είδε χθες βράδυ να τρώω μόνος, σήμερα το μεσημέρι να τρώω πάλι μόνος, του ρθε ξαφνικό φαίνεται που με είδε με γυναίκα στο δείπνο.

Έλενα: Τα προηγούμενα χρόνια που χες έρθει μόνος σου πάλι εκεί έτρωγες;

Μάρκος: Ναι. Λες να με θυμάται από πέρυσι και πρόπερσι;

Έλενα: Ξέρω γω; Αυτοί είναι σαν ντετέκτιβ όλα τα προσέχουν. Πάλι καλά που δεν μας ζήτησε να δει τα διαβατήρια. (Γέλια) Αχ, ωραία ήταν. Δεν περίμενα ότι θα εξελιχθεί έτσι ωραία η επίσκεψή μου εδώ. Ήμουν προετοιμασμένη για τα χειρότερα.

Μάρκος: Τι εννοείς;

Έλενα: Περίμενα ότι θα σε βρω με καμιά γκόμενα. Ήμουν έτοιμη να της βγάλω τα μάτια.

Μάρκος: Άντε πάλι τα ίδια. Κι αν είχα γκόμενα στο Λόγκατετς θα την έφερνα;

Έλενα: Μπορεί να ήταν από δω.

Μάρκος: Αν ήταν από δω θα της έλεγα να μοιράσουμε την απόσταση και να βρεθούμε στα Σκόπια. Τι είναι το Λόγκατετς; Κανα Παρίσι να χαθούμε μέσα στο πλήθος;

Έλενα: Τι παράξενοι που είστε εσείς οι άντρες! Ποτέ δε θα σας καταλάβω.

Μάρκος: Είναι κι άλλοι εκτός από μένα που σε παραξενεύουν και δυσκολεύεσαι να τους καταλάβεις;

Έλενα: Εσύ μόνο μου φτάνεις και μου περισσεύεις. Είσαι το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα.

Μάρκος: Πάω να κάνω ένα ντους.

Έλενα: Εγώ πρώτη. (Ξεντύνονται γρήγορα στο πλαίσιο της κόντρας τους για το ποιος θα μπει πρώτος στο μπάνιο και συναντιούνται στην πόρτα. Σπρώχνονται λίγο κι αρχίζουν να φιλιούνται. Τα φώτα αλλάζουν. Κάνουν έρωτα. Ακούγεται το Knife του Rockwell)

Τα φώτα επανέρχονται. Ο Μάρκος είναι ξαπλωμένος στο πάτωμα. Η Έλενα στο μπάνιο.

Έλενα: (Από το μπάνιο) Τι ώρα είναι το τρένο;

Μάρκος: Στις 7.

Έλενα: Ωραία, θα κοιμηθούμε κανα 6ωρο άνετα. Αύριο έχουμε δύσκολη μέρα. Ελπίζω να προλάβουμε να δούμε και λίγο την Λιουμπλιάνα πριν πάμε στο αεροδρόμιο. (Βγαίνει) Τι ώρα πετάμε;

Μάρκος: Στις 11 Πρέπει να πάμε να πάρουμε και τα παιδιά απ τους δικούς σου, να πάμε σπίτι να ετοιμάσουμε τα πράγματα, θα χάσουμε όλη τη μέρα.

Έλενα: Μην ανησυχείς τα κανόνισα όλα. Τα πράγματα είναι όλα στ αυτοκίνητο. Θα ρθει ο μπαμπάς μου με το δικό μας αυτοκίνητο και θα φέρει τα παιδιά στο αεροδρόμιο για να φύγουμε κατ ευθείαν και η μαμά μου με το δικό τους θα ακολουθεί από πίσω για να πάρει τον μπαμπά μου και να επιστρέψουν σπίτι. Πως με βρίσκεις;

Μάρκος: Δεν υπάρχεις!

Έλενα: Υπάρχω και σ αγαπώ (τον φιλάει)

Μάρκος: Και γω σ αγαπώ.

Έλενα: Δεν θα κάνεις μπάνιο;

Μάρκος: Θα κάνω (Η Έλενα πέφτει για ύπνο κι ο Μάρκος πηγαίνει προς το μπάνιο γυμνός. Καθώς πλησιάζει την πόρτα του μπάνιου αντιλαμβάνεται το κοινό της παράστασης, ρίχνει μια ματιά προς την γυναίκα του, παίρνει μια καρέκλα και την φέρνει στο προσκήνιο. Κάθεται. Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Ένας προβολέας φωτίζει τον Μάρκο)

 

Ο Μάρκος απευθύνεται στο κοινό. Γυμνός.

 

Αγαπώ την γυναίκα μου. Δεν αγαπώ τίποτε άλλο στον κόσμο περισσότερο από την γυναίκα μου και τα παιδιά μου.

Υπάρχει όμως μια σκιά, μια σκιά που την κουβαλώ μέσα μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, και που προσπαθώ να την διώξω με την δουλειά αλλά αυτή αντί να φύγει γιγαντώνεται και με πνίγει. Έρχεται στα όνειρά μου και δεν μ αφήνει ν ανασάνω. Δουλεύω ασταμάτητα, χωρίς ωράριο, πηγαίνω στο γραφείο το πρωί και γυρίζω σπίτι το βράδυ.

Πολύ συχνά δουλεύω και τα Σαββατοκύριακα. Για να μη σκέφτομαι τίποτ’ άλλο παρά μόνο την δουλειά. Και τα καταφέρνω μια χαρά, και δεν σκέφτομαι. Δεν σκέφτομαι τίποτα που θα μπορούσε να χαλάσει την ζωή μου, που θα μπορούσε να πληγώσει τους ανθρώπους που αγαπώ, που θα μπορούσε να με βάλει σε περιπέτειες.

Φοβάμαι. Ναι, φοβάμαι τον ίδιο μου τον εαυτό. Τον γαμημένο τον εαυτό μου και τα πάθη του, τον φοβάμαι πάρα πολύ. Γι αυτό δουλεύω ασταμάτητα. Γι αυτό αγαπώ την γυναίκα μου. Γι αυτό δεν αγαπώ τιποτε άλλο στον κόσμο περισσότερο από την γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Για να μπορώ ανενόχλητος να μισώ τον εαυτό μου. Να τον μισώ θανάσιμα σε σημείο που να θέλω να τον φτύσω, σε σημείο που να θέλω να του σπάσω το κεφάλι.

Έτσι ακριβώς όπως μ’ έφτυσε ο Στέλιος, έτσι ακριβώς όπως ήθελε να μου σπάσει το κεφάλι ο Στέλιος πριν από 30 χρόνια, σ αυτό ακριβώς το ίδιο το δωμάτιο. Κι εγώ ο δειλός, ο χέστης του είπα «ηρέμησε ρε, τι έπαθες; Ηρέμησε». Άφησα ένα αρχίδι να με ξεφτιλίσει με τον χειρότερο τρόπο, να με φτύσει, και το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να ψελλίσω «ηρέμησε ρε». Και την άλλη μέρα τον είδα στην αποβάθρα του τρένου και πάγωσε το αίμα μου κι ένιωσα ανακούφιση που μπήκε σε άλλο βαγόνι. Και αργότερα στο αεροδρόμιο έτρεμα στην ιδέα ότι μπορεί να μας βάλουν να καθίσουμε κοντά κι ευτυχώς που τον είδα να κάθεται 20 θέσεις πιο μπροστά από μένα. Και μετά στο πανεπιστήμιο ο εφιάλτης, μην τυχόν κι έχει πει τίποτα σε κανέναν. Να μιλάω με συμφοιτητές μου και να νομίζω ότι μου πετάνε σπόντες και υπονοούμενα.

Και κάθε φορά που τον συναντούσα να μου κόβονται τα γόνατα. Κι αντί να θέλω να σπάσω το δικό του το κεφάλι να θέλω να σπάσω το δικό μου.

Και τά φτιαξα αμέσως με την Μαριάννα που ήξερα ότι με γούσταρε από πριν, για το ξεκάρφωμα. Και με την Ντίνα το ίδιο, και με την Στέλλα μετά πάλι για το ξεκάρφωμα. Και με την Έλενα, την γυναίκα μου, πριν από 15 χρόνια, πάλι για το ξεκάρφωμα. Κι όλα αυτά τα χρόνια να βλέπω κάποιους να κάνουν αυτό που επιθυμούν αψηφώντας την χλεύη, το μπούλινγκ και τον κοινωνικό αποκλεισμό μόνο και μόνο επειδή είναι συμφιλιωμένοι με τον εαυτό τους, μόνο και μόνο επειδή αγαπούν τον εαυτό τους. Κι εγώ να τραβάω μαλακίες απ΄ το πρωί μέχρι το βράδυ και να σκέφτομαι τον Κώστα, τον Νίκο, τον Βασίλη και τον Γιώργο και να γαμάω την Σούλα, την Τούλα, την Κούλα και την Βούλα.

Ξέχασα τον Στέλιο, γελάς ε; τις πιο πολλές μαλακίες τις έχω τραβήξει με τον Στέλιο, τον δυνάστη μου. Μετά διάβασα κάπου για το σύνδρομο της Στοκχόλμης και μου λύθηκαν όλες οι απορίες. Διάβασα επίσης ότι οι περισσότεροι ομοφοβικοί είναι κρυφαδερφές κι αποφάσισα να γίνω gay friendly, για το ξεκάρφωμα πάλι.

Σ όλη μου τη ζωή παριστάνω τον straight που είναι gay friendly. Πιο καραγκιόζης πεθαίνεις! (παύση)

Πώς βρέθηκα πάλι εδώ; Ωραία ερώτηση.

Έχεις ακούσει που λένε ότι ο δολοφόνος επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος; Ε, κάπως έτσι.

Πριν από 3 χρόνια πήγα να δω τον γιο μου που έπαιζε σ ένα τουρνουά μπάσκετ και μάντεψε ποιος καθόταν δίπλα μου στην κερκίδα. Ο Στέλιος, που χε έρθει να δει τον δικό του γιο που έπαιζε στην αντίπαλη ομάδα.

Μιλήσαμε πολύ εγκάρδια, αφού πρώτα βιάστηκα να του δείξω τον γιο μου σαν να ήθελα να του πω πως όλα εντάξει, δεν έχει ν ανησυχεί για τίποτα. Τελείωσε το ματς, φύγαμε και δεν τον ξαναείδα από τότε.

Μου γεννήθηκε όμως μια επιθυμία. Να ρθω εδώ. Να λύσω αυτήν την εκκρεμότητα. Δεν ήξερα πως, πίστευα ότι και μόνο από το γεγονός ότι θα έρθω εδώ θα ξενερώσω τελείως και θα πάψει να μεγεθύνεται αυτό που έγινε, θα πάψει να ρχεται σαν εφιάλτης στα όνειρά μου. Την πρώτη φορά δεν κατάλαβα τίποτα, ήμουν σαν μαστουρωμένος, σαν ζόμπι, λες και μού χανε κάνει λοβοτομή και δεν μπορούσα να νιώσω κανένα συναίσθημα.

Έφυγα απογοητευμένος και με τύψεις που στερήθηκα δυο μέρες την οικογένειά μου χωρίς λόγο. Πέρυσι θύμωσα πολύ, ξαναέζησα όλο το σκηνικό στην παραμικρή του λεπτομέρεια κι έφυγα με πολλά νεύρα, τόσο που σκέφτηκα να πάω να βρω τον Στέλιο και να τον σαπίσω στο ξύλο.

Δεν βρήκα το θάρρος όμως για να το κάνω γι αυτό ήρθα και φέτος. Με την ελπίδα να φορτώσω πιο πολύ θυμό και να γυρίσω πίσω, να λύσω αυτήν την εκκρεμότητα που κρατάει 30 χρόνια τώρα και ν απαλλαγώ από τις ενοχές και τους εφιάλτες. Τα συναισθήματα όμως δεν έρχονται κατά παραγγελίαν. Από χθες που έφτασα μου φάνηκε πολύ γελοίο όλο αυτό και αποφάσισα ότι δεν θα ξανάρθω και θα συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι θα ζήσω την υπόλοιπή μου ζωή παρέα με τις ενοχές και τις αδυναμίες μου.

Ένιωσα για πρώτη φορά να δέχομαι τον εαυτό μου όπως είναι και να τον αγαπάω κάπως.

Και κει πάνω εμφανίστηκε η Έλενα. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Θα μπορούσα τώρα να την ξυπνήσω, να της τα πω όλα και να ζήσω τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μου, επιτέλους, σύμφωνα με τις επιθυμίες μου. Να είμαι για πρώτη φορά ο εαυτός μου.

Δεν θα το κάνω. Θα συνεχίσω να ζω την συμβατική ζωή που επέλεξα να ζω από την εφηβεία μου και μετά και θα κρατήσω για τον εαυτό μου το μεγάλο μου μυστικό που θα το πάρω μαζί μου όταν φύγω.

Σ ένα παράλληλο σύμπαν μπορεί να ζω σαν αληθινός άνθρωπος. Εδώ, σ αυτό εδώ το σύμπαν, θα συνεχίσω να ζω σαν μαριονέτα, θα συνεχίσω να ζω όπως με θέλουν οι άλλοι κι όχι όπως θέλω εγώ τον εαυτό μου.

Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι αγαπώ την γυναίκα μου κι ότι δεν αγαπώ τίποτα περισσότερο στον κόσμο από την γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Αυτό έχει σημασία. Μόνον αυτό. Τίποτε άλλο.

 

Σηκώνεται, βάζει την καρέκλα στην θέση της, το δωμάτιο φωτίζεται απαλά, πλησιάζει την Έλενα που κοιμάται και την φιλάει, και πηγαίνει στο μπάνιο. Ακούγεται το ντους.

Σκοτάδι.

 

Αll rights reserved by the author ©

 Facebook: Ευδόκιμος Τσολακίδης

CoverPhoto: @Monika Ekiert Jezusek

 


Τελευταία άρθρα από τον/την Ευδόκιμος Τσολακίδης

Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.