Κοινωνία

Κάποτε όταν ζούσα στην καρδιά μιας ροδιάς , άκουσα ένα σπόρο να της λέει :

« Κάποια μέρα θα γίνω δέντρο κι ο αγέρας θα τραγουδάει ανάμεσα στα κλωνιά μου. Ο ήλιος θα χορεύει πάνω στα φύλλα μου και θα΄μαι δυνατό δέντρο  κι όμορφο , στις εποχές όλες μέσα.. ».

Ο Βασίλης δούλευε στο λογιστήριο μιας γνωστής αλυσίδας σούπερ μάρκετ και ξαφνικά μετά από 12 συναπτά χρόνια εργασίας απολύεται. Για λίγους μήνες παίρνει ταμείο ανεργίας. Μετά τελειώνει κι αυτό. Στέλνει παντού βιογραφικά. Απάντηση καμία. Οι μέρες περνούν. Οι μήνες. Τα χρήματα που είχε κρατήσει στην άκρη, θα τελειώσουν σιγά σιγά κι αυτά. Μένει τώρα να πουλήσει τα χρυσαφικά για να αγοράσει το γάλα των παιδιών. Ακόμη και βασικές ανθρώπινες ανάγκες για φαγητό και θέρμανση φαίνεται να είναι πλέον δύσκολα να ικανοποιηθούν.

Που οφείλεται αυτή η δυστυχία;

Στην ασχήμια μας και την κακογουστιά μας.

Αντίθετα με την ισχύουσα άποψη ότι ο όρος «νοικοκυραίος» είναι δημιούργημα των αριστερών της δεκαετίας του 70, τον όρο εμπνεύστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 80 ο Ευάγγελος Αβέρωφ.

Οι Έλληνες Της Υπαίθρου

Μια άλλη πιθανή διέξοδος για να ξεφύγει κανείς από την αγροτική ζωή ήταν, παραδόξως, το παιδομάζωμα (devshirme)

Η αγγλόφωνη διεθνής οικονομική εφημερίδα Wall Street Journal το λέει ξεκάθαρα σε ένα άρθρο της που έχει ως τίτλο «Τα προγράμματα διάσωσης τελείωσαν, η Ελλάδα επιστρέφει στις θυελλώδεις αγορές»

Κι ενώ εσείς κάνετε ακόμη τα μπάνια σας, αφού στάζει ο ιδρώτας από τη ζέστη, σε λίγο θα αρχίσει να στάζει … κρύος ιδρώτας. Μαζί με τον Σεπτέμβρη έρχονται τα ΕΝΦΙΑ. Ο πιο άδικος φόρος της μνημονιακής εποχής είναι εδώ. Ένας στους δέκα θα δει αυτό το ραβασάκι αρκετά πιο "φουσκωμένο".

Πλέον τα διαδικαστικά σας είναι γνωστά: η πληρωμή της πρώτης δόσης είναι προγραμματισμένη για τις 30 Σεπτεμβρίου. Εφέτος ο ΕΝΦΙΑ θα πληρωθεί σε πέντε μηνιαίες δόσειςμε την τελευταία να είναι για τις 31 Ιανουαρίου.

Ταχύτητα χαμηλή, δρόμος άδειος, τα φώτα μας αχνά πάνω του και η θάλασσα να μας συντροφεύει σε κάθε στροφή. Κουβέντες, σκέψεις διάχυτες, συζητήσεις. Προβληματισμοί για το τώρα και το αύριο. Για το δέσιμο, για την πληγή, το άγνωστο, το φόβο.

Eίχε τα πρώτα γνωρίσματα της παρακμής. Κοιλιά και φαλάκρα.

Είχε κι ένα μαγιώ. Έκρυψε λοιπόν την κοιλίτσα του στο μαγιώ και άφησε τη φαλάκρα του να τη γυαλίζει ο ήλιος.

Οι μαυροντυμένες γριές ήταν αρχόντισσες.

Περπατούσαν πάντα σκυφτές, κάποιες νόμιζες ήταν έτοιμες ν’ αγγίξουν το χώμα που πατούσαν.

Τον καιρό της Άνοιξης και του Φθινοπώρου (770-476 π.Χ.), κάλεσε ο βασιλιάς του έναν φημισμένο ζωγράφο να του κάνει το πορτρέτο. Εκεί που στεκόταν κορδωμένος κι ακίνητος να τον ζωγραφίσει ο καλλιτέχνης, ο βασιλιάς ρώτησε:
‘Και, δε μου λες..., τι είναι πιο δύσκολο να ζωγραφίσεις;’

 Μεσημέρι, Κολωνάκι, καφέ στην πλατεία.

Είναι αποκλεισμένο περιμετρικά, μπράβοι σε σχήμα Π, περαστικοί κοιτάζουν περίεργοι το θέαμα. Στη μέση αυτός, μαύρο κοστούμι, μαύρο πουκάμισο, όρθιος μιλάει στο κινητό. Πίσω του άλλος μπράβος, κρατάει στα χέρια ευλαβικά το πούρο. Γυρνάει, τραβάει μια ρουφηξιά, συνεχίζει, ο κολαούζος το κρατάει, περιμένει την επόμενη ρουφηξιά. Μπράβος πούρου, επαγγέλματα του μέλλοντος. Φθινοπωρινό μεσημέρι στο κέντρο της πόλης, η δημόσια επίδειξη της αήττητης ηλιθιότητας. Είναι πλούσιος. Έχει πολλά λεφτά, από πού, απροσδιόριστο.

Σελίδα 9 από 38