Κοινωνία

Από το εκτενές διήγημά του «Οι Χαλασοχώρηδες» (πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα «Ακρόπολις» 12-22 Αυγούστου 1892). Σ' αυτό καταγράφει τα εκλογικά ήθη της εποχής, την υφαρπαγή ψήφων με υποσχέσεις, ρουσφέτια, εκβιασμούς, περιγράφοντας παράλληλα κομματάρχες και υποψήφιους βουλευτές.

Κάποιος πρέπει να γράψει
για τις νοικοκυρές,

Αναλογίζομαι την δριμύτητα του χρόνου: τις παρελθοντικές ανεσταλμένες σεξουαλικές ενορμήσεις, την πραγματοποίηση των ηδονικών φαντασιώσεων και την καθοδήγηση από τα σκοτεινά πέπλα των μυστικών φωνών των παθών, των παρορμήσεων και των γενετήσιων σαδομαζοχιστικών αναγκών. Κανένας περιορισμός. Καμία ηδονική οριοθέτηση. Κανένας κανόνας αποφυγής της ηδονικής οδύνης. Μοναχά, πίστη στους ψίθυρους της φύσης και στις απαράβατες αρχέγονες μελωδίες του σεξουαλικού θυμικού: μία φαντασιακή πίστη που μας κάνει να απολαμβάνουμε τη ζωή, καθώς η ίδια στερείται νοήματος. Πομφολυγώδεις οι κανόνες... Τώρα... τύψεις και ενοχές.

Πιστεύουμε στα περισσότερα απ’ όσα πιστεύουμε σε σχέση με τον κόσμο, επειδή μας τα έχουν πει κάποιοι άλλοι. Η αποδοχή της αυθεντίας των ειδικών, και της μαρτυρίας συνηθισμένων ανθρώπων είναι, το υλικό από το οποίο παράγονται κοσμοαντιλήψεις. Μάλιστα, όσο περισσότερο μορφωμένοι γινόμαστε, τόσο περισσότερο τα πιστεύω μας έρχονται από δεύτερο χέρι.

Ο Χώκινγκ συμπυκνώνει σε τρία τα έσχατα ερωτήματα του ανθρώπου:

Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ' εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ' της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς.

Ουρά. Πρόσωπα εκνευρισμένα, κορμιά σκυφτά, βαριεστημένα. Περιμένοντας να διευθετήσουν τις υποχρεώσεις τους, τις οφειλές, τις εκκρεμότητες σε έναν κόσμο πλασμένο για ενήλικες. Ανοίγω την πόρτα. Βλέπω την ουρά και διστάζω.

 Το προηγούμενο βράδυ είχα επιτέλους λάβει την απόφαση πως την επομένη θα πραγματοποιούσα την αγορά των χριστουγεννιάτικων δώρων για τα πολύ κοντινά μου πρόσωπα. Οι ημέρες πλησίαζαν και η χαρά μου μεγάλωνε που το πνεύμα των Χριστουγέννων άγγιζε με το τρυφερό του χέρι τις ψυχές των ανθρώπων, μαζί με αυτών και τη δική μου.

Υμνητές του αίματος, δολοφόνοι, βιαστές ψυχής και σώματος, δημιουργοί συμβολαίων θανάτου με τα πιο άγρια φονικά και ζωώδη ένστικτα, παρανοϊκοί, διεστραμμένοι...είναι μερικοί χαρακτηρισμοί που μπορούν να αποδοθούν στους δράστες ειδεχθών εγκλημάτων που συγκλονίζουν την κοινωνία...δράστες που κατέστρεψαν, πρώτα απ’όλα, τον ίδιο τους τον εαυτό και χάθηκαν μέσα σε κήπους από τέρατα και χίμαιρες.

Aν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,
άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θα τέλειωνε ίσως κάποτε.

Χρόνος: η δριμύτητα που τρομάζει

Δεκαετία του 1980, Ελλάδα: Οι άνθρωποι της πόλης, κυρίως, άρχισαν να ξεχνούν και να παραμερίζουν στην σκοτεινή λήθη την νοσταλγικότητα των περασμένων χρόνων. Απλανή βλέμματα στρέφονταν με ξέφρενους ρυθμούς σε πυρετώδη όνειρα. Ανακατασκευή των παρελθοντικών καταλοίπων. Μάλλον, όχι. Νευρωτική απονέκρωση των υπολειμμάτων των πρότερων ετών. Έπαψαν να υφίσταντο οι αναμετρήσεις με το παρελθόν. Το θυμικό των ανθρώπων κατακλυζόταν από αισθήματα ανεπανόρθωτης ντροπής για τα παλιά. Υπήρχε, πια, μόνο το παρόν, το οποίο θα οδηγούσε στο ονειρικό τοπίο του μέλλοντος. Ονείρων γεύσεις...

ΗΤΑΝΕ μεσημέρι. Ο γαιοκτήμονας Βόλντιρεφ, ένας ψηλός γεμάτος άντρας με κουρασμένο κεφάλι και γουρλωμένα μάτια, έβγαλε το πανωφόρι του, σκούπισε το μέτωπό του μ' ένα μεταξωτό μαντίλι και κάπως άτολμα μπήκε στην αίθουσα όπου ήταν τα γραφεία. Τρίζαν οι πένες...

Σελίδα 9 από 34

Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.