Η διπλή νουβέλα της Ιζαμπέλ

Η διπλή νουβέλα της Ιζαμπέλ

Χρόνος: η δριμύτητα που τρομάζει

Δεκαετία του 1980, Ελλάδα: Οι άνθρωποι της πόλης, κυρίως, άρχισαν να ξεχνούν και να παραμερίζουν στην σκοτεινή λήθη την νοσταλγικότητα των περασμένων χρόνων. Απλανή βλέμματα στρέφονταν με ξέφρενους ρυθμούς σε πυρετώδη όνειρα. Ανακατασκευή των παρελθοντικών καταλοίπων. Μάλλον, όχι. Νευρωτική απονέκρωση των υπολειμμάτων των πρότερων ετών. Έπαψαν να υφίσταντο οι αναμετρήσεις με το παρελθόν. Το θυμικό των ανθρώπων κατακλυζόταν από αισθήματα ανεπανόρθωτης ντροπής για τα παλιά. Υπήρχε, πια, μόνο το παρόν, το οποίο θα οδηγούσε στο ονειρικό τοπίο του μέλλοντος. Ονείρων γεύσεις...

Ανάπτυξη: η ανώφελη παραγωγικότητα

Οργασμική η ανάπτυξη των καλλιτεχνικών παραγωγών: ταινίες, σήριαλ, διαφημίσεις είχαν, πλέον, καταλάβει θεαματικά το ενδιαφέρον των ανθρώπων. Ο χώρος του ελληνικού θεάματος υποκαθιστούσε δειλά τα χολυγουντιανά σκηνικά. Αξιοζήλευτα τα πρόσωπα του γυαλιού. Ιεροποιούνταν τελετουργικά. Τα ντίσκο κλαμπς αποτελούσαν μία επιτακτική γιατρειά. Όλοι οι προβολείς της σκηνής φώτιζαν εκθαμβωτικά το θέαμα και την διασκέδαση της στιγμής. Σκοτάδι στον όποιον μη επιφανή ‘πολεμιστή’.

Όνειρα: εφιαλτικές Ερινύες

Επίδοξα όνειρα κατακυρίευαν τις νεανικές απαίδευτες ψυχές. Αναγκαστικές σπουδές και μελλοντική σκληρή καθημερινή εργασία θα οδηγούσαν τα νέα άτομα σε μία καλύτερη ζωή, μέσα από τις προσδοκώμενες υψηλές χρηματικές αμοιβές, έτσι ώστε να πλησιάσουν με ψευδαισθητική εγγύτητα τον τρόπο ζωής των πρωταγωνιστών του θεάματος και της διασκέδασης. Η στάση ζωής των επίδοξων νέων ήταν εξ ολοκλήρου δομημένη στην απόκτηση υλικών αγαθών ως ακρογωνιαίος λίθος της ευτυχίας. Παραισθητικές ονειρικές σειρήνες μεγάλης εμβελείας η χρηματική εμμονή και η αποστροφή από την πραγματική ζωή. Η έννοια της ευτυχίας επανοπροσδιορίστηκε με έναν νέο, αλλά και τόσο παλιό τρόπο. Η καινοτομία έγινε παλιοσυνήθεια και το μέλλον απωθημένο. Όσα περισσότερα χρήματα είχαν για να απολαμβάνουν το καλλιτεχνικό θέαμα και την ντίσκο διασκέδαση, τόσο ήθελαν και περισσότερα. Ποτέ δεν ήταν αρκετά. Άλλαζε και το θέαμα και προυπέθετε και άλλα λεφτά. Η ψευδεπίγραφη ιδανική ζωή άρχιζε να μοιάζει με οικτρό όργανο του θανάτου. Κάπου, όμως, υπήρχε μια άλλη ζωή με διπλή ψυχή.

Η ιστορία των δύο κοριτσιών με το ίδιο όνομα: Ιζαμπέλ και Ιζαμπέλλα

Δύο γυναίκες που έχουν το ίδιο πρόσωπο, το ίδιο όνομα, την ίδια ηλικία, το ίδιο σφοδρό πάθος για την σκηνή του θεάτρου και την ίδια μοναχική ιδιοσυγκρασία ζουν χιλιόμετρα μακριά η μία από την άλλη. Η Ιζαμπέλ ζει στην επαρχιακή πόλη των Ιωαννίνων, ενώ η Ιζαμπέλλα κατοικεί στην πρωτεύουσα, στην Αθήνα. Η μία αισθάνεται την ύπαρξη της άλλης και τα μεταφυσικά τους ένστικτα φέρνουν τις μοναχικές τους αύρες πλάι-πλάι. Η αμφίδρομη σχέση τους διατηρείται υπό λεπτές ψυχικές ισορροπίες. Η θεατρική παράσταση ξεκινά...

Η Ιζαμπέλ μεγάλωσε σε μία οικογένεια εκπαιδευτικών γονέων, οι οποίοι λάτρευαν το επάγγελμά τους. Θεωρούσαν πως η εκπαίδευση είναι λειτούργημα. Είχαν την βαθιά πίστη πως το ύψιστο καθήκον της κόρης τους ήταν να συνεχίσει την ιστορία τους, να γίνει εκπαιδευτικός και, έτσι, να αποτελέσει έναν σπουδαίο άνθρωπο που θα συνδράμει ποιοτικά στην κοινωνική συνειδητότητα. Η ανατροφή της Ιζαμπέλ ήταν εμποτισμένη με τα υψηλά ιδανικά της αγάπης για την φύση και τον εαυτό, της γνώσης και του ηθικού και επαγγελματικού οικογενειακού καθήκοντος. Στα παιδικά και εφηβικά της χρόνια, η Ιζαμπέλ ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός. Το θέατρο ήταν το μεγάλο της πάθος.

Πάντοτε, μελετούσε πιστά τα μαθήματα του σχολείου, τις πρόσθετες γνωστικές διδαχές των γονιών της, καθώς και αγγλικά, γαλλικά και πιάνο. Μέσα σε αυτό το πλούσιο γνωστικό περιβάλλον, έβρισκε χρόνο, ώστε να μελετά θεατρικά έργα του Σαίξπηρ, του Τσέχοφ, του Χένρικ Ίψεν, του Μίλλερ, του Όσκαρ Ουάιλντ κ.α. Οι γονείς της επικροτούσαν το θεατρικό της ενδιαφέρον, αλλά προέτασαν την παραμονή του σε θεωρητικό επίπεδο ως ένα ισχυρό βοηθητικό εργαλείο για την άσκηση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού, αλλά όχι αυτό του ηθοποιού. Διακατέχονταν από έντονο φόβο πως, αν η κόρη τους γινόταν ηθοποιός, θα ακολουθούσε και θα συντασσόταν με τον ναρκισσιστικό και άπληστο νέο τρόπο ζωής.

Η Ιζαμπέλ έκανε περήφανη την φωνή της ιστορίας της και έγινε εκπαιδευτικός. Η αγάπη της για το θέατρο, όμως, δεν έσβησε ποτέ. Τα μοναχικά της βράδια, ψυχογραφούσε τους θεατρικούς ρόλους και επέλεγε να ενσαρκώνει φαντασιακά αυτόν που της προσέδιδε έρωτα και λύτρωση. Την ένιωθε να βρίσκεται τόσο κοντά της, να καταλαμβάνει μερίδιο από την ψυχή της, να συμμετέχει η ίδια στο έργο που πρωταγωνιστούσε η Ιζαμπέλλα και που αποτελεί το αγαπημένο της Ιζαμπέλ, το «Οι τρεις αδερφές» του Τσέχοφ: τρεις αδερφές με μεγάλα όνειρα απελευθέρωσης από το παρελθόν, φαντασιώσεις έρωτος και ελπίδες ζωής. Πρωταγωνιστούσαν μαζί...

Η Ιζαμπέλλα ζούσε και εργαζόταν στην Αθήνα ως ηθοποιός. Έκανε πραγματικότητα το μεγάλο της όνειρο και γέμιζε τη ψυχή της μέσα από την παρουσία της στο θεατρικό σανίδι. Διέφερε από τον θεατρικό κομφορμισμό της εποχής, καθώς οι θεατρικές και επαγγελματικές της επιλογές παρέκκλιναν των επιφανειακών προδιογραφών και συντάσσονταν με τους αιώνια ρηξικέλευθους ρόλους των έργων των σπουδαίων θεατρικών συγγραφέων. Ζούσε μόνη της. Οι γονείς της είχαν πεθάνει. Δεν γνωρίζουμε το πότε, ούτε και το γιατί και η ίδια αδυνατούσε να θυμηθεί. Την ένιωθε. Ένιωθε την μοναξιά της Ιζαμπέλ. Τα βράδια έκλαιγαν μαζί. Οι ήχοι των λυγμών τους έσπαγαν τους στενούς τοίχους της συνειδήσεως και ενώνονταν μεταφυσικά. Κάτι μαγικό ένωνε τις δύο κοπέλες. Την έβλεπε κάθε πρωί να διδάσκει στο σχολείο και την βοηθούσε. Πρωταγωνιστούσαν μαζί το βράδυ στην παράσταση και εξαγνίζονταν από κοινού. Έπειτα, βυθίζονταν και οι δύο στο ονειρικό έρεβος της εύγλωττης σιωπής.

Η αμφίδρομη σχέση των δύο κοριτσιών τους προσέφερε τόσο χαρά, όσο και λύπη. Περίεργα συναισθήματα ευτυχίας και ματαίωσης κατακυρίευαν την ψυχική ύπαρξή τους. Αντιμετώπιζαν και οι δύο ψυχοσωματικά προβλήματα: έντονους πονοκεφάλους, κρίσεις πανικούς και ανελέητη υπνηλία. Μετέβαιναν σε ημιθανάτιες διεργασίες ύπνου, όπου περιεργάζονταν περίτεχνα την φαντασία και την πραγματικότητα. Κάτι αλλόκοτο συνέβη, όμως, στην Ιζαμπέλλα. Η Ιζαμπέλ, ως συνήθως, το διαισθάνθηκε.

Η Ιζαμπέλλα άρχισε να έχει σφοδρούς πόνους σε όλο της το κορμί. Αδυνατούσε να κινηθεί και σωριάστηκε πάνω στη σκηνή. Υπέφερε από τους πόνους οδυνηρά. Ήταν, όμως, μόνη της. Κανένας θεατής δεν βρισκόταν εκεί. Η Ιζαμπέλ βρισκόταν μακριά και ήταν ανέφικτο να έρθει. Η ένταση των πόνων της Ιζαμπέλλα μεγάλωνε και το σώμα της παρέλυε. Της ήταν αδύνατο να βγάλει, πια, την παραμικρή κραυγή. Η Ιζαμπέλ ούρλιαζε στη θέση της. Κανείς, όμως, δεν την άκουγε, ώσπου έπαψε και η ίδια να ακούει την καρδιά της Ιζαμπέλλα να χτυπά. Η ψυχή και το σώμα της Ιζαμπέλλα εγκατέλειψαν την σκηνή και έφυγαν μακριά. Πάντοτε, βρίσκονταν μακριά και, τώρα, εξαγνίστηκαν οριστικά.

 Η Ιζαμπέλ έμεινε μόνη της. Βίωσε τον θάνατο της σωσίας της. Έκλαψε, ούρλιαξε, προσπάθησε να αλλάξει, αλλά δεν τα κατάφερε. Δεν τόλμησε, ίσως. Παρέμεινε εκεί, όπως της είχαν πει, στο ενοχικό μονοπάτι της ιστορικής της δομής. Ενοχική και η σκέψη της επαναστατικής προσμονής, γι’αυτό και έσπασε, μια για πάντα, μπροστά στο κατοπτρικό γυαλί.

Η διπλή νουβέλα της Ιζαμπέλ

θα σε συντροφεύει νοερά και μυστικά,

κάπου κρύα και ενοχικά.

***

Κωνσταντίνα Κιούση

‘Πίνακας του αμερικανού ζωγράφου του 20ου αιώνα, Norman Rockwell’



Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.