Ελένη Λαυρεντάκη

Ελένη Λαυρεντάκη

Γεννήθηκα και ζω στην Κρήτη. Είμαι γραφίστας - τυπογράφος και τα τελευταία χρόνια διοχετεύω τις καλλιτεχνικές (και όχι μόνο) ανησυχίες μου στον Κλόουν.

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι

τ’ άγριο μαλλί σου στην τρικυμία

το ραντεβού μας η ώρα μία

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2022 13:04

Νικόλας Άσιμος: Το χαμαλίκι

Ωρέ τι θα μπόραγα να κάνω αν δεν ήτανε το καθημερινό χαμαλίκι.

Θα μπορούσα νάχα πράξει αλλοιώς και να μην υπήρχε το χαμαλίκι.

Αλλά το ξέρω τότε δε θα μποροΰσα τίποτα να κάνω.

Γιατί δε θάμουνα εγώ.

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2022 12:10

Υπομονή…

Συζητώντας με τους ανθρώπους, όταν ρωτάω τι έχουν κάνει ως τώρα για να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα, ακούω πολύ συχνά την απάντηση “υπομονή“. Και εξηγούν “νόμιζα ότι θα άντεχα”, “περίμενα ότι ο άλλος θα το καταλάβει από μόνος του”, “πίστευα ότι μετά δεν θα με πειράζει τόσο”.

Σεπτή μου Υποκρισία, Δέσποινά μου,
με συντριβή μου σου φιλώ το χέρι,
και σου προσφέρω τα σεβάσματά μου.
Ποι᾿ άλλη αρετή καλύτερά σου ξέρει

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2022 13:31

Κώστας Ουράνης | Ἡ ἀγάπη

Ἄ! Τί ὠφελεῖ νὰ καρτερᾷς ὄρθιος στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ
καὶ μὲ τὰ μάτια στοὺς νεκροὺς τοὺς δρόμους στυλωμένα·
ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά᾿ ρθεῖ, δίχως νὰ νιώσεις ἀπὸ ποῦ,
καὶ πίσω σου πλησιάζοντας μὲ βήματα σβησμένα.

Κι ο άντρας είπε: πεινώ. Κι η γυναίκα του βαλε ψωμί στο τραπέζι.

Κι ο άντρας απόφαγε. Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.

Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δε σε τρομάζω.

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2022 11:04

Boris Vian | Αν έβρεχε δάκρυα

Αν έβρεχε δάκρυα

Όταν πεθαίνει μι’ αγάπη

Αν έβρεχε δάκρυα

Όταν βαραίνουν οι καρδιές

Η νύχτα που διαρκεί με βασανίζει

Σφίγγει την καρδιά μου μ’ ολόμαυρες κορδέλες

Κι αυτή που δε θυμάται που ανήκει

Μόλις που προλαβαίνει να λευτερωθεί

αν θυμηθεί

Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.
Φέρνει έν’ αγόρι το νεκροσέντονο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

– Ι –

Στάσου λιγάκι πιὸ κοντά στὴ σιωπή καὶ μάζεψε τὰ μαλλιὰ τῆς νύχτας αὐτῆς ποὺ ὀνειρεύεται γυμνό τὸ σῶμα της. Ἔχει πολλοὺς ὁρίζοντες, πολλὲς πυξίδες, καὶ μιὰ μοῖρα ποὺ καίει ἀκούραστη κάθε φορά καὶ τὰ πενήντα δύο χαρτιά της. Ὕστερα ξαναρχίζει μὲ κάτι ἄλλο – μὲ τὸ χέρι σου, ποὺ τοῦ δίνει μαργαριτάρια γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα πόθο, ἕνα νησίδιο ὕπνου.