Ο Αρίστος Δοξιάδης και οι άνθρωποι που θα μας σπρώξουνε μπροστά

28.01.2014
Ο Αρίστος Δοξιάδης και οι άνθρωποι που θα μας σπρώξουνε μπροστά

«Χρειάζεται δέκα ή είκοσι χιλιάδες άνθρωποι, να βρουν τον τρόπο να κάνουν νέες δουλειές, με το βλέμμα προς τα έξω. Αυτοί θα είναι η κρίσιμη μάζα και η ατμομηχανή για όλους», γράφει στο βιβλίο του «Το Αόρατο Ρήγμα» ο οικονομολόγος Αρίστος Δοξιάδης. Και αναρωτιέται: «Ποιοι είναι αυτοί, και τι μυαλά κουβαλάνε;»

Πάνω στο θεσμικό υπόβαθρο κινούνται οι άνθρωποι. Διαμορφώνονται μεν από αυτό, αλλά αυτενεργούν, το αλλάζουν και το υπερβαίνουν. Οι άνθρωποι σχεδιάζουν, συνεργάζονται, δίνουν δουλειά στους άλλους και παράγουν. Και η ανθρώπινη κλίμακα δεν είναι πουθενά πιο ορατή από όσο στην Ελλάδα της μικρής επιχείρησης. Χρειάζεται δέκα ή είκοσι χιλιάδες άνθρωποι, από τα πέντε εκατομμύρια που είναι στην αγορά εργασίας, να βρουν τον τρόπο να κάνουν νέες δουλειές, με το βλέμμα προς τα έξω. Αυτοί θα είναι η κρίσιμη μάζα και η ατμομηχανή για όλους.

Ποιοι είναι αυτοί, και τι μυαλά κουβαλάνε; Τους αναζήτησα σε δύο εμβληματικά μυθιστορήματα:

Ο Αλέξης Ζορμπάς «... είχε πετύχει κάποιο καλό φιλόνι λιγνίτη, χωρίς πολλή στάχτη, με λίγη υγρασία, με πολλές θερμίδες, κι ο Ζορμπάς ήταν ευχαριστημένος. Γιατί μοναστραπίς μετουσίωνε μέσα του το κέρδος ‒ και το 'κανε ταξίδι, γυναίκες και νέες περιπέτειες. Ανυπομονούσε πότε να κερδίσει πολλά, να κάμει πολλά φτερά ‒έτσι, φτερά, έλεγε τα λεφτά‒ για να πετάξει. Γι' αυτό ξαγρυπνούσε νύχτες αλάκαιρες να κάνει πρόβες με το μικροσκοπικό του εναέριο. Να βρει τη σωστή κλίση, να κατεβαίνουν τα ξύλα μαλακά μαλακά, έλεγε, σα να τα κουβαλούσαν αγγέλοι». Και αργότερα, αφού έχει αποτύχει σ' εκείνη την απόπειρα, γράφει στο φίλο του: «... άλλη σωτηρία δεν υπάρχει, να γυρίζουμε τα βουνά, να βγάλουμε κάρβουνο, χαλκό, σίδερο, λευκόλιθο, να κερδίσουμε πολλά, να μας φοβούνται οι συγγενείς, να μας αγλείφουν οι φίλοι, να μας βγάζουν το καπέλο οι νοικοκυραίοι. Αν δεν το πετύχουμε αυτό, καλύτερα θάνατος, αφεντικό [...] να μην εξευτελιστούμε»*

«Έχουμε την ανάγκη να ξεκινήσουμε πάλι, σχεδόν από το μηδέν».

Ο Νικολής-εφέντης είχε άλλο τρόπο. «Έμαθα γαλλικά, έμαθα λογιστικά, ξέρω όλες τις ασφαλιστικές δουλειές, ξέρω το εμπόριο και ξέρω από τιμές. Ξέρω τη ζωή της ελιάς απ' τον καρπό της μέχρι που θα φορτωθεί λάδι σε βαρέλια για να πάει σ' άλλα λιμάνια. Έμαθα να κάνω οικονομία. Όχι μόνο στα λεφτά μου αλλά και στο χρόνο μου και στους κόπους μου, στον ίδιο μου τον εαυτό. Πού δίνομαι και πόσο δίνομαι. Έμαθα πράματα που κάποτε πάσκιζε ο δάσκαλος στα μέρη μας να μας τα μάθει κι εμείς δεν τα παίρναμε.

Έμαθα πως πλούτος δεν είναι μόνο τα κτήματα και τα εμπορεύματα, τα γρόσια, η προίκα ή η κληρονομιά, αλλά και όσα έχουμε στο μυαλό και την καρδιά μας, οι ικανότητές μας, το πρέπει που βάζουμε εμείς στον εαυτό μας. [...] Έμαθα ακόμη τούρκικα και γνώρισα Τούρκους πολλούς, Αρμένηδες κι Εβραίους, μήτε καλύτεροι, μήτε χειρότεροι απ' τους δικούς μας. Τι φέρνει ο καθένας στο κεφάλι του, τούτο μόνο μετράει. Τιμώ τον ανθρώπινο μόχθο, την εντιμότητα, την ειλικρίνεια.

Τιμώ τους δίκαιους και τους σεμνούς και όσους ο κόσμος τους δε σώνεται μια πήχη πίσω από τον πισινό τους και μια πιθαμή γύρω από τον αυλόγυρό τους. [...] Βλέπω τον κόσμο να αλλάζει [...] και βλέπω κι εδώ να προκόβουν εκείνοι που στα μυαλά τους δεν έχουν ντουβάρια μήτε στα μάτια τους μπερντέδες».** «Το βιβλίο», διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο, «ανασυνθέτει την πολιτική οικονομία της Ελλάδας με τα εργαλεία της νεοθεσμικής σχολής».

Κάπου ανάμεσα στα φιλόνια του Ζορμπά, που θα φέρουν «φτερά» και γυναίκες και φίλους που «αγλείφουν», και στον πλούτο του μυαλού του Νικολή, στο «πρέπει που βάζουμε εμείς στον εαυτό μας», στην οικονομία και στο μόχθο, είναι οι Έλληνες επιχειρηματίες.

Σε παλιότερες εποχές ήταν καλή στρατηγική να ψάχνουν τον πλούτο στη φύση, όπως ο πρώτος. Από δω και πέρα θα είναι αναγκαία η γνώση και η επιμονή του δεύτερου: να ξέρεις γαλλικά, λογιστικά, «τη ζωή της ελιάς απ' τον καρπό της μέχρι που θα φορτωθεί λάδι σε βαρέλια για να πάει σ' άλλα λιμάνια». Ακόμα καλύτερα, να έχεις συνεργάτες που στηρίζεις και εμπιστεύεσαι, που τα ξέρουν κι αυτοί.

Έχουμε λοιπόν τη φύση και τα πολιτιστικά αγαθά που μας άφησαν οι παλαιότεροι. Έχουμε τις ελπίδες που μας ενστάλαξε η ταυτόχρονα ανοιχτή και προστατευτική ελληνική οικογένεια. Έχουμε τους επίμονους εμπειροτέχνες στα χωράφια, στα εργαστήρια, στα σχολεία. Έχουμε τις σπουδές και τα πτυχία. Έχουμε συμπατριώτες που ταξιδεύουν πολύ και άλλους που κατοικούν σε σημαντικά παγκόσμια κέντρα. Έχουμε την εμπορικότητα και την ευελιξία. Και έχουμε την ανάγκη να ξεκινήσουμε πάλι, σχεδόν από το μηδέν. Θα τα καταφέρουμε.

Ο καθείς και τα όπλα του.

* Νίκος Καζαντζάκης, «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», 1964. ** Νίκος Θέμελης, «Αναζήτηση», 1998.

Από το βιβλίο του Αρίστου Δοξιάδη «Το Αόρατο Ρήγμα – Θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία» (εκδόσεις Ίκαρος). Το απόσπασμα που παραθέτει η στήλη είναι το τελευταίο μέρος («Άνθρωποι», σελ. 299-301) του κεφαλαίου 22, με τίτλο «Με τις δικές μας δυνάμεις».

Πηγή: andro.gr



  • Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

    Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.