Στον καθρέφτη δίχως φως

Στάθηκα για μια στιγμή να δω αυτό που έμελλε να γίνω ή μάλλον να υποδυθώ. Το πρόσωπό μου τρομακτικά γερασμένο. Οι ρυτίδες της δυστυχίας φανέρωσαν το μεγάλο κακό. Τίποτα, πια, δεν είναι όπως παλιά. Χαιρετώ από μακριά την ομορφιά και τη νιότη. Λησμονώ την ευδαιμονία της επιπολαιότητας και της πράξης. Ντροπή σκεπάζει το άμοιρο πρόσωπό μου. Κοιτώ, μονάχα, τη σκιά μου...

Άλλαξα κι εγώ σαν κι εκείνους που μισούσα, σαν κι εκείνους που απεχθανόμουν, σαν κι εκείνους που δεν έχουν πρόσωπο... Δίχως καρδιά, το πρόσωπο διστάζει να φανεί. Κρύβεται. Μένει χαμένο στην πλάνη. Η αέναη λήθη ξεθωριάζει την όψη του και κάνει ωχρή την καρδιά. Έρεβος παγερό και αιμοβόρο σκεπάζει τον καθρέφτη...

Βλέπω κάποια που μου μοιάζει. Φοβάμαι... Προσπαθώ να θυμηθώ, αλλά βυθίζομαι ακόμα περισσότερο στο αποπνικτικό σκοτάδι. Με ρουφάει με δύναμη και παρασύρει την μνήμη στον παραλογισμό. Ίσως, η ίδια να ανασύρει το αιώνιο παραλήρημα. Ίσως, ακόμα και τώρα, να αρνούμαι να δω αυτό που τόσο φοβόμουν, αυτό που τόσο απαρνιόμουν, αλλά συνεχώς υποδεχόμουν, ώσπου... έγινα ένα με αυτό. Συζεύχθηκα με το τίποτα...

Επιζητούσα αιωνιότητα και ασφάλεια. Μου έταζαν όνειρα και εγώ τα ενστερνιζόμουν τόσο άβουλα και αθώα. Όχι, όχι... καθόλου αθώα. Αδίκημα η αθωότητα. Σε χαραμίζει στο όνομα της άγνοιας. Επιτρέπεις την καταστροφική ψευδαίσθηση να σε μαγέψει. Η παραμυθένια, όμως, πού είναι; Γιατί δεν φάνηκε; Ας έρθει τώρα. Μονάχα, αυτό ζητώ. Είναι, όμως, αργά...

Περίμενα να ζήσω τα μεγάλα και φαντασμαγορικά. Απαρνιόμουν, μανιωδώς, τα εφήμερα και τα φθαρτά. Δεν κατάλαβα πως έγινα μια άθλια, μια σεμνότυφη που ηθικολογούσε κατά του ίδιου της του εαυτού, της ίδιας τής της ψυχής, του ίδιου της του κορμιού. Στερούμουν ζωής και υποκρινόμουν συνεχώς. Μάσκες και προσωπεία έγιναν το είναι μου. Κατέκλυσαν την ύπαρξή μου και απονέκρωσαν κάθε αχτίδα φωτός μου. Κατήντησα ένα τίποτα. Μία όμορφη δύσμοιρη ψεύτρα...

Πόσο ευτελής η ζωή μου... Στερημένη, δίχως νοήματα και συγκινήσεις. Ο φόβος αποδυνάμωσε κάθε κύτταρό μου. Δεν έζησα αυτά τα παράνομα που στάζουν ψυχή, στάζουν υγρά απόλαυσης και σε οπλίζουν με δύναμη και οργή για ζωή. Δεν κατάλαβα ποτέ πως το θνησιγενές και το εφήμερο πεθαίνει πριν σαπίσει. Μένει αιώνιο. Τώρα, πεθαίνω εγώ... στιγμή προς στιγμή, δίχως κανένα συναίσθημα να πλημμυρίσει το κορμί...

Άραγε, το κοριτσάκι που ήμουν είναι περήφανο γι’αυτό που έγινα; Κλείσε τα μάτια. Συγνώμη σου ζητώ...


Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.