Ρατσιστική βία: η διπλή όψη του ίδιου νομίσματος

Σύμφωνα με την ρατσιστική κουλτούρα, τα θύματα δεν αντιμετωπίζονται ως άτομα, παρά μόνον ως εκπρόσωποι της ομάδας που ανήκουν. Τα ρατσιστικά αισθήματα στηρίχθηκαν, εν μέρει, στην επιστημονική νομιμότητα των βιολογικών ισχυρισμών του 19ου αιώνα και της έννοιας του έμφυτου που καθορίζει την βιολογική και κοινωνική ανωτερότητα και κατωτερότητα των ατόμων. Έτσι, δημιουργήθηκε μια σχέση αναγκαιότητας μεταξύ των βιολογικών χαρακτηριστικών και των κοινωνικών συμπεριφορών. Το βιολογικό, λοιπόν, θεωρήθηκε αυτό, το οποίο ορίζει το κοινωνικό, το διανοητικό, το ψυχολογικό και το ηθικό (Schnapper & Allemand, 2006[1]).

Η γενετική επιστήμη έχει, πλέον, αποδείξει την μη εγκυρότητα των βιολογικών θεωρήσεων ανωτερότητας, καθώς η βιογενετική της ηθικής υπεροχής της εθνικής ταυτότητας και του βιολογικά ομοιογενούς κράτους έχει, πλήρως, απορριφθεί, καθώς έχει θεωρηθεί ανυπόστατη. Άρα, δεν υπάρχουν φυλές και κανένα κράτος δεν είναι πολιτισμικά ομοιογενές (Φραγκουδάκη, 2013[2]). Η εμμονική προσήλωση στις θεωρήσεις αυτές θα υφίσταται πάντα όσο υπάρχουν ενορμήσεις θανάτου. Η βιολογική θεωρία ήταν, είναι και θα είναι ένα εξαιρετικό πρόσφορο πεδίο εφαρμογής του φασισμού: η λευκή φυλή είναι ανώτερη βιολογικά, άρα οι θεωρήσεις περί ατομικής θέλησης, προσωπικών χαρακτηριστικών και δυνατοτήτων δεν παίζουν κανέναν ρόλο στην σκέψη των ρατσιστών, οι οποίοι στηρίζουν την ιδεολογία τους στην κουλτούρα, δηλαδή στις έννοιες της φυλής, της θρησκείας, της τάξης και του φύλου (Schnapper & Allemand, 2006). Η επανεφεύρεση της ιστορίας των φυλετικών ταυτοτήτων και του ηρωικού παρελθόντος της ανώτερης φυλής επαναποκτούν αξία, σε περιόδους εθνικού τραύματος και κοινωνικής κρίσης (Chapoutot, 2008/2013[3]).  Έτσι, ξεκινά η μεταβιβαστική διαδικασία προσπάθειας ανάπλασης των παρελθοντικών τραυματικών εμπειριών, μέσα από τις καταστροφικές τακτικές αντιμετώπισης του εθνικού τραύματος.

Το αίσθημα ματαίωσης από την μετανεωτερική αυτοσυντήρηση του εγώ, λόγως της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής κρίσης εξισώνεται με τα ένστικτα θανάτου του id (εκείνο) και τα ασυνείδητα κατάλοιπά του. Η κατάρρευση του ενός μέρους της ψυχής μέσα στο άλλο μεταφέρεται στο υπερεγώ, όπου ο ρατσισμός αποτελεί, πλέον, μια ηθική επιταγή, ένα εθνικό ιδανικό κάθαρσης των ξένων/άλλων που παραβιάζουν την τάξη του κόσμου και την τραγική επιθυμία για ομοιογένεια, προκαλώντας το σύνολο των κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων. Οι κοινωνικές αναταραχές συνοδεύονται από την εκδήλωση ρατσιστικών σκέψεων και συμπεριφορών. Οι πληγμένοι πληθυσμοί από την κρίση αναζητούν αποδιοπομπαίους τράγους. Συνεπώς, δεν είναι η κρίση, οι κοινωνικές ανισότητες και οι στερήσεις  που δημιουργούν τα ρατσιστικά αισθήματα, τις ρατσιστικές συμπεριφορές και την εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία. Η κρίση ευνοεί την ανάδυσή τους από το εκείνο προς το εγώ και το αντίθετο.

Ο ψυχισμός του ατόμου αποτελείται από ασυνείδητα μνημονικά κατάλοιπα, τα οποία επηρεάζουν την ζωή και την ταυτότητα που αποκτά. Όταν οι παρελθοντικές ιστορίες του ατόμου έχουν προκαλέσει προσωπικά τραύματα, τότε τα τρία μέρη της ψυχής –εκείνο, εγώ, υπερεγώ- και τα ένστικτα ζωής και θανάτου παύουν να βρίσκονται σε κατάσταση ισορροπίας και ένωσης, τα ένστικτα θανάτου αναδύονται στην εξωτερική πραγματικότητα και το άτομο προβάλλει την εσωτερική του δυσαρέσκεια και μανία ως ρατσιστική βία απέναντι στην ετερότητα. Η εσωτερική κενότητα του ψυχισμού οδηγεί το άτομο στην ψυχαναγκαστική ανάγκη δημιουργίας εχθρών, ώστε να αναπαραγάγει στους άλλους αυτά που το ίδιο υπέστη ψυχικά (Wieland, 2015[4]). Στην προβολή, δεν υπάρχουν ψυχολογικά όρια ανάμεσα στον εαυτό και τον κόσμο που το περιβάλλει: η διαφορετικότητα ανάμεσα στον εαυτό και τα εξωτερικά αντικείμενα δεν υφίσταται. Το άτομο εκλαμβάνει τις εσωτερικές του διεργασίες ως εξωγενή φαινόμενα και προβάλλει τα εσωτερικά του αντικείμενα στο αντικείμενο, το οποίο αποτελεί, πια, τον ίδιο τον απεχθή εαυτό (Freud, 2012[5]).

Ο ρατσισμός, υπό αυτήν την έννοια, αποτελεί την αναπαραγωγή και την προβολή του νεκρού εσωτερικού κόσμου στα αντικείμενα και στον χώρο της εξωτερικής πραγματικότητας. Οι τραυματικές ασυνείδητες ενορμήσεις, λοιπόν, εγείρουν την μεταβίβαση των ενδοψυχικών ενστίκτων στην εξωτερική πραγματικότητα, σε περιόδους κοινωνικής ταπείνωσης και εθνικού κινδύνου. Η αναβίωσή τους αποτελεί μια ασυνείδητη προσπάθεια εξομάλυνσης της ανισορροπίας των ψυχικών ροπών, μέσα, όμως, από ψευδαισθησιακά υποκατάστατα μη ανοχής της ετερότητας, βίαιων ενστίκτων, εξωτερικευμένης επιθετικότητας, σαδιστικής κτηνωδίας, εξιδανίκευσης των πολεμικών τακτικών ή συναίνεσης και αποδοχής τέτοιων ιδεολογιών και πρακτικών, χωρίς την ανάληψη προσωπικής δράσης. Αναφερόμαστε, δηλαδή, σε ασυνείδητα υποκατάστατα που έχουν σκοπό την απελευθέρωση του εγώ από την λογοκριτική του οδύνη και το αίσθημα κατωτερότητας, λόγω του προσωπικού τραύματος.

Η υπεραρσενικότητα και η αυταρχικότητα των ρατσιστών προέρχονται από τις τραυματικές οιοδιπόδειες ταυτίσεις του ατόμου με το πρωταρχικό αντικείμενο αγάπης/την μητέρα που γεννά τον μελλοντικό ασυνείδητο φόβο θηλυκοποίησης, καθώς και από την υγιή επίλυση του οιδιποδείου συμπλέγματος και την ταύτιση, όμως, με έναν απολυταρχικό πατέρα που δεν έχει επιλύσει την φάση της θηλυκότητας, την οποία την μεταβιβάζει στην ψυχή του παιδιού. Οι εχθροί των ρατσιστών εξισώνονται με άρρωστα θηλυκοποιημένα κύτταρα που απειλούν το άτομο με μια εκ νέου θηλυκοποίηση (Britton, 1989[6]).

Η πρωταρχική αγωνία απορρόφησης από το σώμα και το πνεύμα της μητέρας είναι τόσο ευχή, όσο και φόβος. Η οριστική, πια, απορρόφηση και ο τρόμος της μελλοντικής επανάληψης αυτής οδηγούν στην εξουδετέρωση της διαφορετικότητας, η οποία εξισώνεται με την διαγραφή του πατέρα από το μυαλό, ώστε να αποφευχθεί ο φόβος του ευνουχισμού. Ο τρόμος αυτός προβάλλεται στην εξωτερική πραγματικότητα και η βία βρίσκεται πολύ κοντά. Οι ρόλοι αντιστρέφονται: το θύμα της απορρόφησης γίνεται ο θύτης που απορροφά, με σκοπό την αποφυγή της επαναθηλυκοποίησής του και την κατάκτηση της φαντασιακής παντοδυναμίας που έχει σκοπό την ψευδεπίγραφη λύτρωση από τις προσωπικές ασυνείδητες συγκρούσεις (Klein, 1946[7]).

            Η ναρκισσιστική παρασιστική φαντασίωση αποίκησης του σώματος της μητέρας μετασχηματίζεται και προβάλλεται προς τα έξω ως φαντασίωση ομογενοποίησης και καταστροφής της διαφορετικότητας. Τα άτομα που δρουν ρατσιστικά αποτελούν μία αρσενική μήτρα, ένα σύνολο ατόμων με κοινές εμπειρίες απορρόφησης, ανησυχίες επαθηλυκοποίησης, βίαιες προσπάθειες κατάκτησης της παντοδυναμίας και επανένωσης με την μητέρα-Ελλάδα.

Η εξιδανίκευση της ψευδαισθησιακής ένωσης με την μητέρα απαιτεί έναν απόλυτο καθρεφτισμό του εαυτού με το αντικείμενο, ώστε να μην υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσά τους. Όσο υπάρχει ένας εξωτερικός καθρέφτης, διατηρείται η εσωτερική συνοχή του ναρκισσιστικού ατόμου. Ο παθολογικός αυτός ναρκισσισμός οδηγεί στην παραληρηματική παντοδυναμία των ρατσιστών (υπερτίμηση δυνάμεων, αποστροφή και απόσυρση του ενδιαφέροντος από τον εξωτερικό κόσμο και διατήρηση μόνο ορισμένων επιθυμητών πραγμάτων από αυτόν) και στην σαδομαζοχιστική διαστροφή, λόγω της ολοκληρωτικής προβολικής ταύτισης που προέρχεται από την πρωταρχική απορρόφηση.

            Στην ιστορία της, η ρατσιστική ιδεολογία επινοεί τους εχθρούς και τις απειλές. Η μυθοπλαστική κατασκευή του εχθρού είναι απαραίτητη για την εκτόνωση της εσωτερικής ασυνείδητης πίεσης. Το σαδιστικό υπερεγώ κάνει την εμφάνισή του ως προστάτης ενάντια στον μαζοχιστικό τρόμο της πρωταρχικής απορρόφησης και ‘απαντά’ μέσα από καταστροφικά εξωτερικευμένα ένστικτα. Οι ρατσιστές απαλλάσσονται από τους προσωπικούς φόβους, μεταβιβάζοντας τους στο μυαλό και το σώμα του εχθρού. Το πέρασμα στην επιθετική ρατσιστική πράξη είναι η μοίρα των ασυνείδητων εσωτερικών συγκρούσεων και του κατακερματισμένου τους εγώ. Η βίαιη ψυχική ενέργεια, αντί να επέρχεται σε διαδικασία ψυχικοποίησης, ελέγχου δηλαδή από το υποσυνείδητο επίπεδο του ψυχισμού, εκφορτίζεται από το εκείνο, πολεμώντας το εγώ και κατακυριεύοντας το υπερεγώ με σαδομαζοχιστικά ένστικτα.

Οι μαζοχιστικές φαντασιώσεις εκφράζουν αισθήματα ενοχής. Το άτομο, λοιπόν, υποτίθεται πως έχει παραβιάσει κάτι και θα πρέπει να τιμωρηθεί από οδυνηρά βασανιστήρια, ενώ παράλληλα παίρνει ηδονή από τον πόνο. Ο μαζοχισμός συσχετίζεται με τα κατάλοιπα του νηπιακού αυνανισμού. Τοποθετεί το άτομο σε μια κατάσταση θηλυκότητας, υποβολής, δηλαδή, σε ευνουχισμό. Ο μαζοχισμός αποτελεί μία πηγή ευχαρίστησης που πηγάζει από την δυσαρέσκεια (Laplanche, 1988/1970[8]). Αφορά τμήμα της ενόρμησης του θανάτου και ταυτίζεται με τον σαδισμό, μέσω του μηχανισμού άμυνας της προβολής.

Ο σαδισμός είναι η ενόρμηση του θανάτου που εκφράζεται καταστροφικά και στρέφεται προς τα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου, έτσι ώστε να παραμείνει το υποκείμενο σε ακίνδυνη κατάσταση (Freud, 2012[9]). Οι απαρχές του εναποτίθεντο στο πρωκτικό ψυχοσεξουαλικό στάδιο, όπου το παιδί νιώθει πως με την απελευθέρωση των κοπράνων του και τον χειρισμό του πρωκτού, μπορεί να ελέγξει τα πάντα και αποκτά το αίσθημα μιας πλήρους παντοδυναμίας (Freud, 2011/1923[10]). Η σχέση με τον άλλον παίρνει την μορφή μιας παρανοϊκής σαδομαζοχιστικής σχέσης, η οποία, σύμφωνα με τον Freud, έχει ρίζα το παιδικό αίσθημα ενοχής απέναντι στον πατέρα (Ράιχ, 1974/1933[11]).

Ο Fromm (1971/1941[12]), στηριζόμενος στην θεωρία του Freud περί σαδομαζοχισμού, κατέληξε στο ότι μέσα στη σαδομαζοχιστική δομή το σαδιστικό υπερεγώ κάνει την εμφάνισή του ως προστάτης ενάντια στον μαζοχιστικό τρόμο της απόγνωσης της απορρόφησης από το σώμα και το μυαλό της μητέρας. Εμφανίζεται σαν την απουσιάζουσα πατρική φιγούρα (λόγω της διαγραφής) ή την απολυταρχική πατρική φιγούρα που απαγορεύει στο παιδί την επιστροφή στην μητέρα (Wieland, 2015[13]). Οι πρωταρχικές ταυτίσεις, λοιπόν, αποτελούν την σκοτεινή δύναμη του παρελθόντος που μεταβιβάστηκαν σε συμπεριφοριστικά πρότυπα που τις αναβιώνουν (Freud, 2012[14]).

Η βία προς τον εχθρό είναι αυτό που θα εξαγνίσει τον πληγμένο ναρκισσιστικό εαυτό. Οι εχθροί θα επινοούνται, πάντα, όσο ο ψυχισμός επιζητά την βίαιη προβολή του. Η ζωώδης φύση του ανθρώπου σπάει τα δεσμά και απελευθερώνεται καταστροφικά, μεταβιβάζοντας εξωτερικά τα ανθρώπινα απωθημένα, σε περιόδους κοινωνικής ταπείνωσης και εθνικού τραύματος. Η αποφυγή και η ψευδεπίγραφη εξουδετέρωση της οδυνηρής πραγματικότητας, καθώς και η προσφυγή σε φαντασιακά εξιδανικευμένες λύσεις αποτελούν την προσπάθεια ανάκτησης της μητέρας που προβάλλεται στην ανάκτηση της πατρίδας.

Οι κοινωνικές αιτίες ανόδου του ρατσισμού στην Ελλάδα αφορούν την αυξανόμενη ένταση της οικονομικής κρίσης, την εντεινόμενη απογοήτευση από τον κοινοβουλευτισμό, την αύξηση των ποσοστών φτώχειας, την αποτυχία των (πρώην και νυν) κομμάτων εξουσίας σε σχέση με τα όσα υπόσχονται και τον πολυπληθή αριθμό μεταναστών. Οι νεοφιλελευθερικές πρακτικές διαχείρισης της οικονομικής κρίσης και οι μνημονιακές πολιτικές φέρνουν πιο κοντά τους πολίτες στην σύνταξη με τις ρατσιστικές ιδεολογίες, καθώς έχουν οδηγήσει σε φόβο και απογοήτευση τους πολίτες, καθώς και σε έντονη δυσαρέσκεια προς την κατάχρηση των αποκαλούμενων (από τα πρώην και νυν κόμματα) δημοκρατικών γραμμών. Έτσι, το άτομο, μη αντιλαμβανόμενο τις αιτιακές και κοινωνικοιστορικές σχέσεις, τάσσεται υπέρ των ρατσιστικών ιδεολογικών μορφωμάτων της βίας και της κτηνωδίας, προσπαθώντας ψευδεπίγραφα να ανακτήσει τον οικονομικό πλούτο και την εθνική συνειδητότητα, μέσα από την καταστροφική αναβίωση των τραυματικών παρελθοντικών καταλοίπων: ένα καταστροφικό φαντασιακό προσδοκώμενο έχει καταλάβει τον ψυχισμό τους.

Οι ρατσιστικές ιδεολογίες έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, όσον αφορά τα κινητήρια πάθη και την φαντασία του ατόμου (Paxton, 2006/2004[15]). Η ισορροπία μέσα στην προσωπικότητα και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση της εκάστοτε χώρας καθορίζει την τελική έκφανση της ρατσιστικής ιδεολογίας. Το ένστικτο θανάτου και η επιθυμία εξόντωσης των εσωτερικών τραυματικών περιεχομένων υπάρχουν σε όλους μας. Ο ρατσισμός αποτελεί μια αέναη σκιά και όλοι ζούμε πλάι σε αυτήν.

Στόχος μας, ως σκεπτόμενοι άνθρωποι και ως πολίτες, είναι η διερεύνηση και η κατανόηση των ανθρώπινων δυνάμεων και αδυναμιών, ώστε να ενισχύσουμε την κριτική μας άποψη για τον ρατσισμό. Όσο πιο δυνατό είναι το όραμα για μία κοινωνία απελευθερωμένη από την βίαιη ταυτότητα του ρατσισμού, τόσο πιο αποφασιστική θα είναι η ήττα του.


[1] Schnapper, D. & Allemand, S. (2006), ‘Κρίνοντας τον ρατσισμό’, Μετάφραση: Κεραμίδα, Αλίκη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα.

[2] Φραγκουδάκη, Άννα (2013), ‘Ο εθνικισμός και η άνοδος της Ακροδεξιάς’, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα.

[3] Chapoutot, Johann (2013), ‘Ο εθνικοσοσιαλισμός και η αρχαιότητα’, Μετάφραση: Καράμπελας, Γιώργος, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα (Το πρωτότυπο έργο εκδόθηκε το 2008).

[4] Wieland, Christina (2015), «The Fascist State of Mind and the Manufacturing of Masculinity», London and New York, Routledge.

[5] Freud, Sigmund (2012), «Ναρκισσισμός, Μαζοχισμός, Φετιχισμός», Μετάφραση: Μυλωνά, Νίκη, Εκδόσεις Ελληνική Παιδεία, Αθήνα.

[6] Britton, R. (1989), ‘The missing link: parental sexuality in the Oedipus complex’, in Steiner, J. (ed.), The Oedipus Complex Today, London: Karnac

[7] Klein, M. (1946), ‘On some schizoid mechanisms’, in Envy and Gratitude and Other Works, London: Hogarth Press

[8] Laplanche, Jean (1988), ‘Ζωή και Θάνατος στην Ψυχανάλυση’ Μετάφραση: Παπαγιαννοπούλου, Ναταλία, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα (Το πρωτότυπο έργο εκδόθηκε το 1970).

[9] Freud, Sigmund (2012), ‘Ναρκισσισμός, Μαζοχισμός, Φετιχισμός’, Μετάφραση: Μυλωνά, Νίκη, Εκδόσεις Ελληνική Παιδεία, Αθήνα.

[10] Freud, Sigmund (2011), ‘Το Εγώ και το Αυτό', Μετάφραση: Μυλωνά, Νίκη, Εκδόσεις Ελληνική Παιδεία, Αθήνα (Το πρωτότυπο έργο εκδόθηκε το 1923).

[11] Ράιχ, Βίλχελμ (1974), ‘Η μαζική ψυχολογία του φασισμού’, Μετάφραση: Λάμπρου, Δ., Ηρώ, Εκδόσεις Μπουκουμάνης, Αθήνα (Το πρωτότυπο έργο εκδόθηκε το 1933).

[12] Fromm, Erich (1971), ‘Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία’, Μετάφραση: Θεοδωρακάτος, Δημήτρης, Εκδόσεις Μπουκουμάνης, Αθήνα (Το πρωτότυπο έργο εκδόθηκε το 1941).

[13] Wieland, Christina (2015), ‘The Fascist State of Mind and the Manufacturing of Masculinity’, London and New York, Routledge.

[14] Freud, Sigmund (2012), ‘Ναρκισσισμός, Μαζοχισμός, Φετιχισμός’, Μετάφραση: Μυλωνά, Νίκη, Εκδόσεις Ελληνική Παιδεία, Αθήνα.

[15] Paxton, Robert (2006), ‘Η ανατομία του φασισμού’, Μετάφραση: Χαλμούκου, Κατερίνα, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα (Το πρωτότυπο έργο εκδόθηκε το 2004).


Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.