Μοιχεία κόρη ηδονής

Αναλογίζομαι την δριμύτητα του χρόνου: τις παρελθοντικές ανεσταλμένες σεξουαλικές ενορμήσεις, την πραγματοποίηση των ηδονικών φαντασιώσεων και την καθοδήγηση από τα σκοτεινά πέπλα των μυστικών φωνών των παθών, των παρορμήσεων και των γενετήσιων σαδομαζοχιστικών αναγκών. Κανένας περιορισμός. Καμία ηδονική οριοθέτηση. Κανένας κανόνας αποφυγής της ηδονικής οδύνης. Μοναχά, πίστη στους ψίθυρους της φύσης και στις απαράβατες αρχέγονες μελωδίες του σεξουαλικού θυμικού: μία φαντασιακή πίστη που μας κάνει να απολαμβάνουμε τη ζωή, καθώς η ίδια στερείται νοήματος. Πομφολυγώδεις οι κανόνες... Τώρα... τύψεις και ενοχές.

«Ου μοιχεύσεις»: η έβδομη από τις δέκα εντολές της Παλαιάς Διαθήκης. Ένα κατ’εξοχήν σαρκικό αμάρτημα η μοιχεία. «Μοιχεία»: η νομική παράβαση της συζυγικής πίστης που συνίσταται στην εξώγαμη συνουσία μεταξύ δύο ατόμων, εκ των οποίων το ένα είναι σίγουρα έγγαμο. Ατιμασμένοι, ανήθικοι και άνομοι οι μοιχοί, ανά το πέρασμα των αιώνων. Λιθοβολισμός, ποινή θανάτου, διάπραξη πλημμελήματος: η ιστορικά διαδοχική σειρά των τιμωριών των αμαρτάνοντων μοιχών. Ντροπή, περιφρόνηση και προπηλακισμός ψυχικός ή νομικός. Η ηθική ντροπιάζεται από την κλίνη των σεξουαλικών ανομιών. Όνειρο θερινής νυκτός η αποποινικοποίηση της μοιχείας. Εν αναμονή της επιτακτικής δικαιοσύνης, μέχρι και το 1982[1]. Γιατί, μήπως τότε, άλλαξε κάτι; Ασυνείδητος έλεγχος και σεξουαλική καταστολή. Δεν σου ανήκουν ούτε η σκέψη, ούτε η στάση, ούτε η ηδονική προσμονή. Είσαι εγκλωβισμένος στο γυαλί της ψευδαισθησιακά ηθικής τέρψεως και υποταγής. Δεν ακούς τη φύση, ούτε το κορμί... Ακούς, μονάχα, την ψυχαναγκαστική λογική. Αδιάφορη η ψυχολογική μεταβλητή. Ντροπή...

Η μοιχεία είναι τόσο παλιά, όσο και ο θεσμός του γάμου και της οικογένειας. Η ανθρώπινη ψυχή και η γενετήσια σεξουαλικότητα δεν κατάφεραν ποτέ να υποταχθούν σε κανέναν παραισθητικό κατασταλτικό κομφορμισμό. Η έννοια της μοιχείας έχει διττή εννοιοδότηση: Η συναισθηματική μοιχεία αφορά την ρομαντική απιστία που τελετουργείται στον βωμό του νέου έρωτα. Η σεξουαλική μοιχεία είναι αποκύημα της ζωώδους σαρκικής επιθυμίας που εκπληρώνει τα πρωτόγονα ηδονικά ένστικτα. Η θρησκευτική και κοινωνική παραγοντικότητα της γαμήλιας προσταγής έχει κυοφορήσει επιδερμικούς δεσμούς και επιφανειακές σχέσεις. Οι νοερές, αλλά σφοδρότατες συνειδητές και ασυνείδητες επιταγές έχουν καρποφορήσει ένα παντοδύναμο σύστημα ενοχοποίησης. Κάθε προσπάθεια νόμιμης ευτυχίας έχει τις ίδιες πιθανότητες πλήρους αποτυχίας με μία μη νόμιμη. Και, κάπου εκεί, έρχεται η αμαρτία, σαν φάρμακο στην δυστυχία. 

Η ιστορία της Αναστασίας

Οκτώβριος 1990, Αθήνα. Η Αναστασία μόνη της στο άδειο σπίτι. Δάκρυα, λυγμοί και σπαραγμός ψυχής συντρόφευαν την σφοδρή ενοχή της. Αμάρτησε, έτσι της είπαν. Υπέκυψε στις σκοτεινές φωνές της σαρκικής αβύσσου. Καθοδηγήθηκε από τα άναρχα και ακατάλυτα ρέματα του ρομαντικού και σεξουαλικού παραδείσου. Λάθος... λάθος... Κολασμένο το μονοπάτι του γνήσιου απαράβατου έρωτα επισκέπτη. Έπρεπε να μείνει εκεί, όπως της είχαν πει, στο αιώνιο κλουβί της αγνής φυλακής. Αμαρτωλή η προσμονή. Κανένα δικαίωμα για αλλαγή. Όλα προκαθοριμένα εξ αρχής: γάμος, καθώς πρέπει ζωή, υποταγμένη πνοή. Παραδομένη μια ζωή στην υστερική σιωπή. Ο γονείς της την θεωρούσαν, πια, μια ντροπιασμένη γυνή.

Ο πνευματικός της δόθηκε ως την μόνη επιλογή. Μηδαμινό το ενδιαφέρον του για την παρελθοντική δομή. Η μοιχεία ήταν, γι’αυτόν, μονάχα αμαρτία και ντροπή. Καμία προσπάθεια απενεχοποίησης και μείωσης της οδύνης. Αδιάφορος ο ασφυκτικός περίγυρος. Αδιάφορες κι η προκαθορισμένη βούληση κι η ελεγχόμενη ζωή. Η ενοχή καλά κρατεί. Η μόνη σωτηρία ήταν η συμφιλίωση της ντροπιασμένης γυνής με τον Θεό. Η Αναστασία παρέμεινε ένοχη και αμαρτωλή. Ζητούσε διαρκώς συγχώρεση, χωρίς να καταλαβαίνει το γιατί, ώσπου δεν έβρισκε, πια, κάποιο νόημα ζωής. Η ενοχή της συνοδοιπορευόταν με την φαντασίωση της αγάπης και της ηδονής, όμως, κανείς δεν άκουγε την κραυγή. Η Αναστασία έκοψε το νήμα κάθε προσμονής. Αυτοκτόνησε τον Δεκέμβριο του 1990, ύστερα της τελευταίας της συνάντησης με τον πνευματικό.

Δεν άντεξε το βάρος της παραβίασης της χριστιανικής προτροπής, κατά το μυστήριο του γάμου: ‘εις σάρκα μίαν’. Δεν ήθελε να έχει μία σάρκα. Δεν ήθελε πάντα την ίδια σάρκα. Επιθυμούσε να αλλάζει σάρκα... την δική της, των άλλων. Αυτό επιθυμούσε και δεν ενοχλούσε κανέναν. Ζητούσε να μην παντρευτεί. Ζητούσε διαζύγιο πριν, καν, παντρευτεί, μα αυτό ήταν μία ανεπίτρεπτη ντροπή. Δεν παραβίασε τα δικαιώματα κανενός. Τα δικά της, όμως, παραβιάστηκαν πριν καλά καλά ξεφυτρώσει ο καρπός της ύπαρξής της. Άρα, λοιπόν, πού εναποτίθετο το κακό που της είπαν πως έκανε; Προς τί η ενοχή; Περίεργη η κατοπτρική θανατερή αυγή. Διαιώνιση της οδυνηρής καταστολής. Προαιώνια η προγονική κραυγή. Τώρα... νεκρική σιγή. 

Ερωτεύεσαι κάποιον, δίνεσαι ολοκληρωτικά και μετά τον ξεχνάς, προσπερνάς. Έπειτα, ερωτεύεσαι κάποιον άλλον και έπειτα φεύγεις πάλι μακριά. Ποθείς σεξουαλικά κάποιον και ύστερα κάποιον άλλον. Γιατί; Δεν έχεις την απάντηση. Ούτε οι επιστήμες της βιολογίας και της ιατρικής δεν την έχουν επακριβώς. Η θρησκεία βρισκόταν πάντα πολύ μακριά. Μονάχα η λογοτεχνία και η ψυχανάλυση σε έμαθαν να ακούς την μελωδική αυτή φωνή... της φύσης, της ψυχής και της σωματικής ορμής, μη παραβιάζοντας τα όρια κανενός συντρόφου, μην αθετώντας το γονεικό σου καθήκον, περπατώντας, όμως, στο αιώνια αδιάβατο μονοπάτι του έρωτα και της γνώσης. Ναι... έρωτας και γνώση περπατάνε μαζί στα φύλλα, στην βροχή, στον ήλιο και στην αυγή.

Το λυκόφως είναι εκεί.

Τρέξε να το δεις.

Θυμίζει χίμαιρα η ορμή.

Ακούς την φωνή;


[1] Στην Ελλάδα, η αποποινικοποίηση της μοιχείας πραγματοποιήθηκε το 1982.


Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.