Αντόν Τσέχοφ - Η πληροφορία

ΗΤΑΝΕ μεσημέρι. Ο γαιοκτήμονας Βόλντιρεφ, ένας ψηλός γεμάτος άντρας με κουρασμένο κεφάλι και γουρλωμένα μάτια, έβγαλε το πανωφόρι του, σκούπισε το μέτωπό του μ' ένα μεταξωτό μαντίλι και κάπως άτολμα μπήκε στην αίθουσα όπου ήταν τα γραφεία. Τρίζαν οι πένες...

-Πού μπορώ να πάρω μια πληροφορία; ρώτησε το θυρωρό που κουβαλούσε μεσ' από την αίθουσα ένα δίσκο γεμάτο ποτήρια. Πρέπει να ζητήσω πληροφορίες και να πάρω ένα αντίγραφο από το βιβλίο των πρωτοκόλλων.

-Παρακαλώ, εκεί δα! Σε τούτον που κάθεται εκεί πέρα, κοντά στο παράθυρο! είπε ο θυρωρός δείχνοντας με το δίσκο προς το τελευταίο παράθυρο.

Ο Βόλντιρεφ ξερόβηξε και τράβηξε προς το παράθυρο. Εκεί, μπρος σ' ένα πράσινο γραφείο γεμάτο λεκέδες σα να είχε πάθει τύφο, καθόταν ένας νεαρός με τέσσερα μαλλιαρά λοφία πάνω από το κεφάλι, με μακρουλή σημειωμένη μύτη και ξεθωριασμένη στολή. Με τη μεγάλη μύτη χωμένη στα έγγραφα, καθότανε κι έγραφε. Κοντά στο δεξί του ρουθούνι στριφογύριζε μια μύγα κι αυτός μάκραινε το κάτω χείλος και φυσούσε κάτω από τη μύτη, πράγμα που έδινε στο πρόσωπό του μια πολύ σκοτισμένη έκφραση.

-Θα μπορούσα εδώ να σας... -στράφηκε σ' αυτόν ο Βόλντιρεφ-... να σας ζητήσω μια πληροφορία για το ζήτημά μου; Είμαι ο Βόλντιρεφ... Και ακριβώς χρειάζομαι να πάρω ένα αντίγραφο από την πρωτοκολλημένη απόφαση της 2 Μαρτίου.

Ο υπάλληλος βούτηξε την πένα στο μελανοδοχείο και κοίταξε μήπως πήρε πολύ μελάνι. Και άμα πείστηκε πως δεν θα πιτσιλίσει η πένα, άρχισε να τρίζει πάνω στο χαρτί. Τα χείλη του μάκραιναν, αλλά δεν ήτανε πια ανάγκη να φυσά: η μύγα είχε καθίσει στο αυτί του.

-Μπορώ να πάρω εδώ μια πληροφορία; επανέλαβε ο γαιοκτήμονας.

-Ιβάν Αλεξέιτς! φώναξε ο υπάλληλος έτσι στον αέρα, σα να μην είχε καν παρατηρήσει τον Βόλντιρεφ. Να πεις στον έμπορο τον Γιάλικωφ, όταν θα έρθει, να επικυρώσει το αντίγραφο της δηλώσεως στην αστυνομία! Εκατό φορές σου το είπα!

-Ήθελα να σας ρωτήσω για τη δίκη με τους κληρονόμους της πριγκιπέσας Γκουγκούλινας, μουρμούρισε ο Βόλντιρεφ. Είναι γνωστή υπόθεση. Πολύ σας παρακαλώ ν' ασχοληθείτε με το ζήτημά μου.

Χωρίς να προσέχει καν στον Βόλντιρεφ ο υπάλληλος έπιασε τη μύγα πάνω στο χείλι του, την κοίταξε προσεχτικά κι την πέταξε. Ο γαιοκτήμονας ξερόβηξε και σκούπισε δυνατά τη μύτη του στο μαντίλι με τα καρό. Αλλά ούτε κι αυτό βοήθησε. Εξακολούθησαν να μην τον ακούνε. Δυο λεπτά κράτησε η σιωπή. Ο Βόλντιρεφ έβγαλε από την τσέπη του ένα χάρτινο ρούβλι και το έβαλε μπρος στον υπάλληλο πάνω στο ανοιχτό κατάστιχο. Ο υπάλληλος σούρωσε το μέτωπό του, τράβηξε κοντά του το κατάστιχο με συλλογισμένο πρόσωπο και το έκλεισε.

-Μια πολύ μικρή πληροφορία... Θα ήθελα μόνο να μάθω σε ποια βάση επάνω οι κληρονόμοι της πριγκιπέσας Γκουγκούλινας... Μπορώ μια στιγμή να σας απασχολήσω;

Αλλά ο υπάλληλος, απασχολημένος με τις σκέψεις του, σηκώθηκε και ξύνοντας τον αγκώνα του προχώρησε, άγνωστο γιατί, προς τη ντουλάπα. Όταν σε λίγο γύρισε στο τραπέζι του βυθίστηκε και πάλι στο κατάστιχό του: εκεί περίμενε ένα δεύτερο ρούβλι.

-Θα σας απασχολήσω μόνο για ένα λεφτό.. Θέλω μόνο να πληροφορηθώ...

Ο υπάλληλος δεν άκουσε. Αρχισε κάτι να αντιγράφει.

Ο Βόλντιρεφ σούρωσε το πρόσωπο του και με απόγνωση γύρισε και κοίταξε όλη αυτή την παρέα με τις τριζάτες πένες.

«Γράφουν! συλλογίστηκε στενάζοντας. Γράφουν, που να τους πάρει ο διάβολος και να τους σηκώσει!»

Απομακρύνθηκε από το τραπέζι και στάθηκε καταμεσής της αίθουσας, κρεμώντας με απόγνωση τα χέρια του. Ο θυρωρός, που ξαναπερνούσε με ποτήρια, φαίνεται πως παρατήρησε το απελπισμένο του ύφος, γιατί τον πλησίασε πολύ κοντά και τον ρώτησε σιγά:

-Λοιπόν; Ζητήσατε τις πληροφορίες;

-Ζήτησα, αλλά ούτε θέλουν να μου μιλήσουν.

-Δώστε του τρία ρούβλια..., ψιθύρισε ο θυρωρός.

-Του έδωσα δύο.

-Δώστε του ακόμη.

Ο Βόλντιρεφ επέστρεψε στο τραπέζι κι έβαλε πάνω στο ανοιχτό κατάστιχο το πράσινο χαρτονόμισμα.

Ο υπάλληλος ξανατράβηξε κοντά του το κατάστιχο και άρχισε να το φυλλομετρά όταν, ξαφνικά, σήκωσε το βλέμμα, τάχατες τυχαία, και είδε το Βόλντιρεφ. Η μύτη του γυάλισε, κοκκίνισε και τη σούρωσε χαμογελώντας.

-Αχ... τι αγαπάτε; ρώτησε.

-Ήθελα να πάρω μια πληροφορία σχετικά με την υπόθεσή μου... Είμαι ο Βόλντιρεφ.

-Χαίρω πάρα πολύ κύριε! Για την υπόθεση της Γκουγκούλινας; Πολύ ωραία! Δηλαδή συγκεκριμένα τι σας χρειάζεται;

Ο Βόλντιρεφ εξήγησε τι χρειάζεται.

Ο υπάλληλος ζωντάνεψε, σαν να τον πήρε ο άνεμος. "Εδωσε την πληροφορία και την εντολή να βγάλουν αντίγραφο. Έδωσε καρέκλα στον αιτούντα - όλα αυτά στη στιγμή. Του μίλησε ακόμη και για τον καιρό, και τον ρώτησε για τη σοδειά. Κι όταν ο Βόλντιρεφ έφευγε, τον προβάδισε ως κάτω στη σκάλα, χαμογελώντας με προθυμία και με σεβασμό, με το ύφος πως είναι έτοιμος την κάθε στιγμή να πέσει μπρούμυτα. Ο Βόλντιρεφ αισθάνθηκε τον εαυτό σε δύσκολη θέση και υπακούοντας σε κάποια εσωτερική του διάθεση έψαξε στην τσέπη του κι έδωσε ακόμη ένα ρούβλι στον υπάλληλο. Κι αυτός όλο τον καιρό έκανε υποκλίσεις, χαμογελούσε και βούτηξε το ρούβλι σαν ταχυδακτυλουργός, έτσι που μόλις τον είδε ο αέρας!

«Μωρές, τι άνθρωποι είν' αυτοί!»... σκέφτηκε ο γαιοκτήμονας όταν βγήκε στο δρόμο· στάθηκε και σκούπισε το μέτωπό του με το μαντίλι.

***

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Λ. ΚΑΣΤΑΝΑΚΗ 


Το The Clown χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.